https://drive.google.com/file/d/1Hw7wW20lEXn5NBM83EHRc430pR2SzYBg/view?usp=sharing

Saturday, February 20, 2016

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ - ΦΩΤΟ

 Με τον Σταύρο Λίτινα στο Arroyo Nuevo.


 
Συζητώντας για την παράσταση De Profundis. (φωτο: Ελπινίκη Βουτσά)

© Νατάσσα Χασιώτη





Thursday, February 11, 2016

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ - ΙΩΑΝΝΑ ΝΕΟΦΥΤΟΥ, Εικαστικός

*Από σήμερα, ο  ιστότοπος www.greekstagereview.blogspot.com εγκαινιάζει συνεντεύξεις με καλλιτέχνες από όλο το φάσμα των τεχνών. Καλλιτέχνες που εκτιμούμε, βρίσκουμε ενδιαφέροντες ή φερέλπιδες. 
Ξεκινάμε με την εικαστικό Ιωάννα Νεοφύτου, που πρόσφατα παρουσίασε Βίντεο-Εγκατάσταση στο πλαίσιο της έκθεσης ROOMS 2016, στο ξενοδοχείο St. George Lycabettus.
Ποιά είναι: 
Η Ιωάννα Νεοφύτου, εικαστικός και σκηνογράφος, γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1986. Ζεί και εργάζεται στο Παρίσι και στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών Αθήνας από όπου αποφοίτησε το 2011 με άριστα. Συνέχισε τις σπουδές της στη Γαλλία, με υποτροφία του ΙΚΥ Ελλάδος, απ’οπου αποφόιτησε το 2015 με άριστα. Το 2014 κέρδισε το πρώτο βραβείο στον διεθνή διαγωνισμό "Traversée des frontières. Regards sur la guerre de 1914 - 1918 », με την παραχώρηση υποτροφίας για την πραγματοποίησης έκθεσης στο Μουσείο των Εθνικών Αρχείων στο Παρίσι (Archives Nationales, Pierreffite-sur-Seine, Paris). Ως εικαστικός συμμετείχε σε πολυάριθμες εκθέσεις στην Κύπρο, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ενδεικτικά: «Arteries Project» (Λεμεσός, 2013), «Santorini Biennale of Arts» (Σαντορίνη 2012), «Το σχέδιο Σωτηρία: Μνήμη και ασθένεια στον εικαστικό λόγο» (Νοσοκομείο Σωτηρία, Αθήνα 2010). Από το 2011, συνεργάζεται με τον εικαστικό Σπύρο Χαραλαμπόπουλο υλοποιώντας περφόρμανς σε διεθνή και εγχώρια φεστιβάλ: «12 Wagon Festibal » (Το τρένο στο Ρουφ, Αθήνα 2010κ.ά. Ως σκηνογράφος, έχει εργαστεί σε πολυάριθμες παραστασεις στην Ελλάδα, στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Το 2014 εργάστηκε στη σκηνογραφική ομάδα του δια-ευρωπαϊκού θεατρικού προγράμματος «City Ghettos of Today»,με παραστάσεις στο Παρίσι, Βαρσοβία, Βερολίνο και Ελσίνκι. 

Τι μας είπε:  
 Ερ.: Πώς αποφασίσατε να προσεγγίσετε το θέμα σας με installation αντί άλλης παρέμβασης;
Ι.Ν.: Από το 1980 και μετά η τέχνη τείνει να είναι in situ, άρα να διαπραγματεύεται και να συνομιλεί με τον χώρο στον οποίο εκτίθεται. Το να εκθέτεις σε ένα ξενοδοχείο αναπόφευκτα επιβάλλει να αναμετρηθείς το χώρο, να εξερευνήσεις τις δυνατότητες του και να προσπαθήσεις να συνομιλήσεις με το περιβάλλον και τους ανθρώπους του. Έτσι μια εγκατάσταση – που θα αποτελεί και προέκταση του χώρου είναι το ιδανικότερο μέσο για ένα έργο που θέλει να λέγετε εννοιολογικό.

Ερ.: Από πού ήρθε η πρόσκληση και στο πλαίσιο ποιας πρωτοβουλίας;
Ι.Ν.: H Κυβέλη Μαυροκορδοπόυλου που είναι η επιμελήτρια του συγκεκριμένου δωματίου στην έκθεση Rooms 2016, μου πρότεινε να συνεργαστούμε. Και οι δύο ασχολούμαστε με πολύ συναφή κομμάτια της σύγχρονης τέχνης, και μας ενδιέφερε από καιρό το θέμα της εργασίας στο σύγχρονο καπιταλισμό. Έτσι θεωρήσαμε πολύ καλή ευκαιρία να συμμετάσχουμε στη συγκεκριμένη έκθεση παρουσιάζοντας ένα έργο φτιαγμένο ειδικά για τον χώρο και την συγκεκριμένη έκθεση. Η ταυτότητα των ενδιαφερόντων μας, μας οδήγησε στο θέμα της καθαρίστριας και της καμαριέρας ως του άγνωστου παρατηρητή της ζωής μας.

Ερ.: Έχετε εμπειρία από ταξίδια και διαμονή σε ξενοδοχεία κλπ;
Ι.Ν.: Αν και τα αποφεύγω συστηματικά, νομίζω πως ο μέσος άνθρωπος έχει έστω και μικρή εμπειρία απ’ αυτά. Μια φορά θυμάμαι στη Γερμανία στο ξενοδοχείο που έμενα μας πέτυχε η καμαριέρα στο ασανσέρ και μας ρώτησε στα Ελληνικά αν είμαστε εμείς οι Έλληνες που μένουν στο ξενοδοχείο, σαστισμένα της απαντήσαμε ναι και μας είπε ότι το κατάλαβε από τα βιβλία μας. Ήταν Ελληνίδα μετανάστρια στη Γερμανία για 17 χρόνια, είχε καιρό να δει βιβλία στα ελληνικά και χάρηκε γι’ αυτό ήθελε να μας γνωρίσει. Εκεί συνειδητοποίησα το ιδιαίτερο « προνόμιο » που έχει μια καμαριέρα να ξέρει τόσα πολλά για μας, για τον τρόπο που κοιμόμαστε, αυτά που φοράμε και αυτά που κουβαλάμε, ενώ αντιθέτως η ίδια είναι αόρατη για τα δικά μας μάτια. Στην ηχογραφημένη συζήτηση που ακούγεται στην εγκατάσταση Room 518, η Ελένη Μπάλιου, καθώς και η ανώνυμη καθαρίστρια που συνομιλούν, περιγράφουν τις συνήθειες και τις παραξενιές των πελατών και χρηστών των χώρων που καθαρίζουν, λέγοντας ιστορίες για τα περίεργα και παράξενα που συνάντησαν.

Ερ.: Πώς προσεγγίσατε το θέμα σας ως κόνσεπτ;
Ι.Ν.: Βασικός άξονας γύρω από τον οποίο περιστράφηκε το ενδιαφέρον μας ήταν το ξενοδοχείο ώς εργασιακός χώρος, μας ενδιέφερε να αναδείξουμε μια πτυχή του χώρου που δεν μας είναι ποτέ οικεία, αν δεν είμαστε καθαρίστριες οι καμαριέρες. Η θεματική του έργου περιστρέφεται γύρω από την αντίφαση μεταξύ χώρου ξεκούρασης που είναι το ξενοδοχείο για μας αλλά και χώρου εργασίας που μπορεί να είναι για την καθαρίστρια. Επίσης βασικό στοιχείο ήταν η σχέση που οι συγκεκριμένες κοπέλες διατηρούν με ανωτέρα οικονομικά στρώματα και με τον χώρο της τέχνης. Η καθαρίστρια που μιλάει, δουλεύει για πολλά χρόνια σε ένα από τα μεγαλύτερα πολιτιστικά κέντρα της Αθήνας, βλέποντας πολύ συχνά εκθέσεις, και όλη την αφρόκρεμα της πολιτισμικής ζωής της χώρας. Μ ‘ενδιέφερε πολύ η άποψη της για το σύστημα πολιτισμού, καθώς επίσης και η ιδιαίτερη επαφή της με τα έργα τέχνης.

Ερ.: Το θέμα της προσωρινής διαμονής όπως το θέτει ένα ξενοδοχείο, σας απασχόλησε;
Ι.Ν.: Ναι μας απασχόλησε ιδιαίτερα, από την οπτική πλευρά της καμαριέρας. Οι συνέχεις είσοδοι και έξοδοι πελατών, οι άνθρωποι που έρχονται και φεύγουν – ο χώρος ως προσωρινή διαμονή όπως είπατε -, γίνονται αντικείμενο παρατήρησης μέσα από το βλέμμα της καθαρίστριας. Όπως λένε και οι ίδιες στις αφηγήσεις τους, ο τρόπος με τον οποίο πετάει ο καθένας το σκουπιδάκι στο κάδο σε βοηθάει να καταλάβεις πράγματα γι’ αυτόν. Η καμαριέρα έρχεται σε επαφή με τα πολύ προσωπικά μας αντικείμενα, αυτά που ακόμα και μακριά από το σπίτι μας δεν μπορούμε να αποχωριστούμε, όπως το αποσμητικό μας, την κολόνια μας, τα κοσμήματα μας, τα βιβλία μας. Η καμαριέρα είναι η εγκυκλοπαίδεια του προσωρινώς προσωπικού μας χώρου.

Ερ.: Το συγκεκριμένο ξενοδοχείο ειναι luxury hotel. Τι σκέψεις και διαδικασίες κινητοποιεί αυτη η “ιδιαιτερότητα”;
Ι.Ν.: Αυτή η ιδιαιτερότητα είναι εξαιρετικά σημαντική γιατί σημαίνει πολύ διαφορετική αντιμετώπιση του χώρου από την ίδια την καμαριέρα, καθώς επίσης και συγκεκριμένες απαιτήσεις προς αυτήν από τους πελάτες και από το ξενοδοχείο. Η εργασία μιας καμαριέρας είναι πολύ διαφορετική σε ένα ξενοδοχείο πολυτελείας από ένα απλό ξενοδοχείο : ο σωματικός μόχθος και ο χρόνος που απαιτείται είναι διαφορετικός, η επιμονή και η σχολαστικότητα της καμαριέρας είναι πολύ πιο έντονη. Στο βίντεο που προβάλλεται στην οθόνη του δωματίου, προσπαθήσαμε να αποτυπώσουμε σε πραγματικό χρόνο, όλη την εργασία που πραγματοποιείται από μια καμαριέρα σε ένα ξενοδοχείο πολυτελείας. Η Ελένη Μπάλιου, που για πολλά χρόνια εργάστηκε ως καμαριέρα, μας βοήθησε σε αυτό : για 35 λεπτά καθάρισε το δωμάτιο 518 στο Saint George Lycabettus.

Ερ.: Θα ασχολιόσασταν με ένα “φθηνό ξενοδοχείο”; Τι παρέμβαση θα σκεφτόσασταν για ένα τέτοιο χώρο;
Ι.Ν.: Δεν μου είναι εύκολο να απαντήσω, πιστεύω κάθε χώρος απαιτεί διαφορετική αντιμετώπιση. Το συγκεκριμένο θέμα προέκυψε ακριβώς γιατί το Saint George Lycabettus είναι ένα ξενοδοχείο πολυτελείας αλλά και γιατί η έκθεση Rooms πραγματοποιείται για πολλά χρόνια εκεί. Με ενδιέφερε η ιδιαίτερη σύνδεση μεταξύ τέχνης και χώρου πολυτελείας. Έτσι επέλεξα μια καμαριέρα που καθαρίζει δωμάτια ξενοδοχείων και μια καθαρίστρια εκθεσιακών χώρων που καθαρίζει εκθέσεις σύγχρονης τέχνης. Ήθελα πολύ να ακούσω τι έχουν να πουν για μας : είτε ως θεατές εκθέσεων, είτε ως δημιουργοί που εκθέτουν, είτε ως πελάτες ξενοδοχείων, ίσως έχουμε μια ιδιαίτερη σχέση με αυτές τις κοπέλες που δεν την συνειδητοποιούμε.

Ερ.: Ο τρόπος δουλειάς σας και οι επιρροές που έχετε δεχτεί στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής ταυτότητας.
Ι.Ν.: Ακριβώς επειδή επιζητώ την επαφή με τον χώρο, το κάθε προτζεκτ απαιτεί διαφορετική αντιμετώπιση, άλλα υλικά και άλλου τύπου έρευνα. Προσπαθώντας να είμαι σύντομη, θα αναφερθώ σε δυο μόνο επιρροές που έχουν και άμεση σχέση με το συγκεκριμένο έργο. Ο Jacques Rancière στο βιβλίο του « Ο χειραφετημένος θεατής », περιγράφει πως στη διαδικασία αναζήτησης της σχέσης μεταξύ χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας που για πάρα πολλά χρόνια απασχόλησε τον ίδιο και την αριστερή σκέψη από τον 19ο αιώνα, είχε πέσει πάνω στην αλληλογραφία δύο εργατών Σενσιμονιστών, όταν το 1830 συζητούσαν για τις συνθήκες εργασίας τους αλλά και γενικά για τον κόσμο της εποχής τους. Ο Rancière, περιγράφει την εντύπωση και το σάστισμα του μπροστά σε αυτούς τους δυο διανοούμενους της εποχής του, που παρατηρούσαν την τάξη τους και περιέγραφαν την ζωή τους, με την εξαιρετική λεπτότητα και διαπεραστικότητα ενός διανοούμενου. Την ίδια εντύπωση και χαρά μου άφησε ο διάλογος μεταξύ της καμαριέρας και της καθαρίστριας που συζητούν στο έργο Room 518, δυο γυναικών διανοούμενων που περιγράφουν την τάξη τους και την εποχή μας. Τέλος, αν κάτι διαμόρφωσε την καλλιτεχνική μου ταυτότητα, είναι μάλλον μια δήλωση της Ελένης Μπάλιου, πως η καθαρίστρια σήμερα παράγει πολιτισμό, κι ότι είναι δείκτης της συνέχειας ή της μη συνέχειας του πολιτισμού ενός τόπου, το πώς φέρεται το σύστημα σε μια καθαρίστρια. 

©



 


 

Friday, February 5, 2016

PREVIEW - ΘΕΑΤΡΟ ΠΟΡΕΙΑ

ΤΡΕΙΣ ΑΔΕΡΦΕΣ του Άντον Τσέχοφ

Σκηνοθεσία - Δραματουργία: Δημήτρης Τάρλοου
 
από 18 Φεβρουαρίου 2016

Ο Άντον Τσέχοφ έγραψε τις Τρεις αδερφές -ένα έργο για την προσδοκία- το 1901, στο γύρισμα του 20ου αιώνα. Ο ίδιος ο συγγραφέας χαρακτηρίζει το έργο του «κωμωδία» και τους χαρακτήρες του «μπουφόνους», καθώς φέρνει κάθε έναν από αυτούς, κάθε τους ελπίδα, κάθε τους αγωνία, αντιμέτωπους με την πραγματικότητα, όπως αυτή σμιλεύεται αμείλικτα από τον χρόνο.

Τα τέσσερα παιδιά ενός μορφωμένου στρατιωτικού, οι τρεις κόρες του και ο μοναχογιός του, «ξεμένουν» μετά τον θάνατό του στον τόπο της τελευταίας του μετάθεσης, σε μια απομακρυσμένη και μονότονη πόλη της ρωσικής επαρχίας. Ο στενός πυρήνας της οικογένειας και των στρατιωτικών φίλων τους λειτουργεί ως μια «νησίδα πολιτισμού» για τα αδέλφια και διατηρεί ζωντανή την ελπίδα της επιστροφής στην ιδανική πόλη των παιδικών του χρόνων, τη Μόσχα. Ωστόσο, η μικρή, ιδιότυπη κοινότητά τους φυλλορροεί μέσα στον χρόνο και την πραγματικότητα συμπαρασύροντας κάθε προσδοκία.

Ο Δημήτρης Τάρλοου μας εξ-οικειώνει με το έργο με μια δραματουργία-έκπληξη, που αν και «μικραίνει» τις χιλιομετρικές αποστάσεις, τονίζει την απόσταση από τον εαυτό, από το μέλλον και το παρελθόν. Όπως σημειώνει και ο ίδιος: «Σ' αυτή τη σπουδή για το πέρασμα του χρόνου οι χαρακτήρες βρίσκονται να ζουν την δικιά τους δυστοπία αναζητώντας την ουτοπία μιας Ιθάκης.»

Συντελεστές:
Απόδοση - Δραματουργία: Δημήτρης ΤάρλοουΣκηνοθεσία: Δημήτρης ΤάρλοουΣυνεργάτις δραματουργός: Έρι ΚύργιαΣκηνικά - Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου
Φωτισμοί:
Αλέκος Αναστασίου
Κίνηση: Κορίνα Κόκκαλη
Βοηθοί σκηνοθέτη: Δήμητρα Κουτσοκώστα, Ελένη Μιχαηλίδου, Λίνα Σταυροπούλου
Βοηθός σκηνογράφου: Τίνα Τζόκα, Νόρα Δεληδήμου
Φωτογραφίες: Βάσια Αναγνωστοπούλου

Διανομή:
Πρόζοροφ Ανδρέας: Λαέρτης ΜαλκότσηςΝαταλία: Μαριάννα ΔημητρίουΌλγα: Αλεξάνδρα ΑϊδίνηΜάσα: Ιωάννα ΠαππάΕιρήνη: Λένα ΠαπαληγούραΚουλίγκιν Θόδωρος: Κώστας ΚορωναίοςΒερσίνιν Αλέξανδρος: Γιάννης ΝταλιάνηςΤούζενμπαχ: Παντελής ΔεντάκηςΣολιόνι: Δημήτρης ΜπίτοςΤσεμπουτίκιν: Γιώργος ΜπινιάρηςΦεντότικ: Πάρις ΘωμόπουλοςΡοντέ: Βασίλης ΠαναγιωτόπουλοςΦεραπόντ: Χάρης ΤσιτσάκηςΑνφίσα: Μαριέττα Σγουρδαίου 

 
Τετάρτη 19:00, Πέμπτη 21:00, Παρασκευή 21:00, Σάββατο 20:30, Κυριακή 20:30.
Τιμές Εισιτηρίων: Τετάρτη γενική είσοδος (λαϊκή) 15 ευρώ, Πέμπτη έως Κυριακή: κανονικό 20 ευρώ, senior (άνω των 65): 17 ευρώ, φοιτητικό, νεανικό (κάτω των 22), ανέργων: 14 ευρώ.
Εισιτήρια διατίθενται ήδη με προσφορά προπώλησης: Εισιτήρια Α/Β ζώνης 15€ (αρχική τιμή 20€ και 17€ αντίστοιχα), μέχρι την ημέρα της πρεμιέρας στις 18/2.

Διάρκεια: 180 λεπτά, με διάλειμμα.

Info/στήλες θεαμάτων
ΘΕΑΤΡΟ ΠΟΡΕΙΑ
Τρικόρφων 3-5 & 3ης Σεπτεμβρίου 69
Πλατεία Βικτωρίας

ΤΗΛΕΦΩΝΑ ΤΑΜΕΙΟΥ
210 8210991, 210 8210082




 

Tuesday, January 26, 2016

ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ - Κριτική (17/1/2016)

Η παράσταση Κουαρτέτο, βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Heiner Mueller, βασισμένο με τη σειρά του στο έργο Οι Επικίνδυνες Σχέσεις του Chonderlos de Laclos, παρουσιάζεται σε εκδοχή Φλαμένκο, στον χώρο Arroyo Nuevo. Τους τέσσερεις ρόλους του έργου, της Μαρκησίας ντε Μερτέϊγ, του Υποκόμη ντε Βαλμόν, της ερωμένης του υπερήφανης και αγνής Κυρίας ντε Τουρβέλ και της ανηψιάς της Μαρκησίας, της Βολάνζ, που αποδεικνύεται εξαιρετικά εύπλαστη στα χέρια του υποκόμη, ερμηνεύουν οι δύο χορευτές-περφόρμερ, ο Σταύρος Λίτινας και η Εύα Παρασκευοπούλου. Αφηγήτρια η Άντζελα Μπρούσκου και στο πιάνο η Αλίνα Αναστασιάδη.

Αν εξετάσει κανείς τον αριθμό παραστάσεων φλαμένκο στη χώρα μας, θα δει πως πρόκειται για ένα εξαιρετικά δημοφιλές είδος. Κατά καιρούς μας έχουν επισκεφθεί κλασικοί/παραδοσιακοί θίασοι αλλά και εκπρόσωποι του ευρέος ανανεωτικού φάσματος του φλαμένκο, από τον εμπορικό τυφώνα Χοακίν Κορτές, μέχρι την Μαρία Παχές και τον Αντόνιο Κανάλες με τις ομάδες τους, σόλο καλλιτέχνες σε μικρές σκηνές, και φυσικά η Κριστίνα Όγιος. Το είδος, συχνά στο περιθώριο όσων ενδιαφέρονται για τον σύγχρονο χορό ή τα εναλλακτικά σοφιστικέ ρεύματα, στο νου πολλών θεατών έχει συνδεθεί με τη φολκλόρ πολυχρωμία, χωρίς πραγματική ικανότητα να σχολιάσει τη σύγχρονη πραγματικότητα, η να προκαλέσει τον σημερινό θεατή, παρά μόνο να προσφέρει διασκέδαση σε λίγο-πολύ γνωστά κι αποκρυσταλλωμένης αισθητικής μονοπάτια. Βεβαίως οι ίδιοι οι καλλιτέχνες του φλαμένκο πιστεύουν στην ανανέωση, πιστεύουν στην ανάμιξή του με άλλες τέχνες και την άσκησή του σε άλλες μουσικές, πέραν της παραδοσιακής συνοδείας από φωνή, κιθάρα, κρουστά. “...δανειζόμαστε στοιχεία[...] προσπαθώντας να καταλήξουμε σε κάτι που να είναι φλαμένκο” (Κ. Όγιος, “Μεγάλοι Χορογράφοι-Συνεντεύξεις”, σελ. 76). Κι ας μην ξεχνάμε ότι πρώτα απ' όλα υπήρξε το τραγούδι, η μουσική, το “αίσθημα φλαμένκο", που είναι στοιχείο σημαντικό και ενίοτε δύκολο να "συνυπάρξει" με άλλα είδη χορού ή άλλες τέχνες σε μια διαδικασία ανανέωσης. 
Όμως...
Όλα αυτά μαζί, παρελθόν, παρόν και ενσωμάτωση ενός είδους γεννημένου πολλά χιλιόμετρα μακριά απ' την Ελλάδα, βάζει επιτυχώς σε λειτουργία ο Σταύρος Λίτινας στο “Κουαρτέτο”. Με Δυτική μουσική συνοδεία στο πιάνο, την αφήγηση με τη φωνή της Άντζελας Μπρούσκου, μεταμφιέσεις και κυρίως palmas και περίτεχνο zapateado, καταφέρνει μαζί με την παρτεναίρ του Εύα Παρασκευοπούλου, να μεταφέρει αριστοτεχνικά στου σημερινούς θεατές το οικτρό άμα δε και σαγηνευτικό παιχνίδι εξουσίας και έρωτα των δύο libertins του 18ου αιώνα, που γνώρισαν τη δεκαετία του '80 επιτυχείς κινηματογραφικές μεταφορές από τους Στήβεν Φρήαρς και Μίλος Φόρμαν. 
Στο Κουαρτέτο, την κρυπτική εκδοχή του Χ. Μύλλερ, παίζουν ένας άνδρας και τρεις "γυναικείες εκδοχές", η υψηλή Κυρία των Λογισμών, Η νεαρή άσωτη, χωρίς συνείδηση μαθήτρια της απάτης και “δείγμα τυπικό” των συζυγικών σχέσεων όσο και του μύθου περί της πίστης στον γάμο και η έμπειρη, ώριμη, χειριστική, κακόβουλη (;) γυναίκα, ισότιμη του πλέον άπιστου άνδρα, η τελευταία που θα “πέσει”, απελπιστικά μόνη, όταν όλοι θα 'χουν φυγε ή πεθάνει, η Μαρκησία -μια σπάνια εξαίρεση στις γυναίκες-καλόβολες ηρωίδες της λογοτεχνίας.
Ο Χοζέ Λιμόν, στο σύγχρονο χορό, είχε δώσει πριν από 60 χρόνια τη δική του εκδοχή του “Οθέλλου”, σε ένα κουαρτέτο, την περίφημη Moor's Pavane, αλλά χωρίς εναλλαγές ρόλων και μεταμφιέσεις, παρά ξεκάθαρα τα δύο ζευγάρια των πρωταγωνιστών: εκείνων που καταστρέφουν, κι εκείνων που καταστρέφονται στο έργο του Σαίξπηρ.

Να τονιστεί ότι στην παράσταση του “Κουαρτέτου” κατά Σταύρο Λίτινα, οι μεταμφιέσεις μέσω των κοστουμιών είναι απολύτως καλόγουστες και μελετημένες, ο ίδιος δε σε γυναικείο ρόλο έξοχος. Θαυμάσια και η παρτεναίρ του, αξιέπαινη στην πειστικότητα των ρόλων. Και οι δυό τους πολύ ταιριαστοί σκηνικά.

Εν κατακλείδι: Να πάτε στο ατμοσφαιρικό Arroyo Nuevo και να δείτε την παράσταση, αλλιώς θα χάσετε.





Sunday, January 17, 2016

ΦΑΟΥΣΤ, Δημοτικό Θέατρο Πειραιά – ΚΡΙΤΙΚΗ

Φάουστ, Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, 16/1/2016. 

Ο Φάουστ, το μνημειώδες έργο του Γ.Β. Γκαίτε (J.W. Goethe), σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου, συνεχίζεται με επιτυχία στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.
Ο Φάουστ έχει τύχει πολλών κινηματογραφικών και θεατρικών μεταφορών, ξεκίνησε ως θρύλος στα τέλη του Μεσαίωνα, και δεν έχει μέχρι τις μέρες μας σταματήσει να συναρπάζει η σκοτεινή ιστορία του αγύρτη (;) ή σοφού ή αλχημιστή (;) Χάϊνριχ Φάουστ. Από τους H. Αndreani & D. Barnett, στον Murnau και τον Sokourov, η ιστορία έχει δεχτεί πάμπολλες ερμηνείες, ενώ δεν άφησε ασυγκίνητο και τον κόσμο της όπερας, με το πασίγνωστο έργο του C. Gounod να αφηγείται τις περιπέτειες του τυραννισμένου δόκτορα.

Το Πάσχα, εποχή περισυλλογής και σκέψης γύρω από τα ανθρώπινα, αλλά και σημείο όπου κρίνεται η πίστη καθώς ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με το ζήτημα του θανάτου και της αποδοχής του θαύματος (και) της Ανάστασης, είναι εποχές στις οποίες τοποθετούνται δύο θεμελιώδη ταξίδια στην ιστορία της λογοτεχνίας: του Dante Alighieri στον Κάτω Κόσμο και τις θεολογικές κατηγοριοποιήσεις του, των Καταραμένων, του Καθαρτηρίου και του Παραδείσου και του Δόκτορος Faust περίπου στα ίδια μέρη. Το ταξίδι στην κόλαση και στις δύο περιπτώσεις κρατάει πολύ και μας μένει αξέχαστο, ιδίως στην περίπτωση της ιδιαίτερης περίπτωσης του Φάουστ που το αποζήτησε κιόλας. Είναι κάπως σαν την Κόλαση πριν την Κόλαση, σαν flash-back του πώς κάποιος καταλήγει εκεί. Στη Θεία Κωμωδία, οδηγός του ποιητή είναι ο Βιργίλιος και τελικά η Βεατρίκη, στον Φάουστ την κάθοδο στον κόσμο των ζωντανών-νεκρών εξασφαλίζει η συμφωνία με τον Μεφιστοφελή αλλά στο τέλος του δεύτερου μερους της τραγωδίας πάλι μια γυναίκα θα τον σώσει, η Μαργαρίτα -ο Φάουστ δηλαδή ξεκινάει την πορεία του με τον ιδιοκτήτη και κάτοικο του ένατου κύκλου της Κόλασης, ενώ ο Δάντης θα τον δει, παγωμένο, στο τέλος του καθοδικού του ταξιδιού.

Στην παράσταση-ποταμό των δυόμισυ ωρών που σκηνοθέτησε η Κατερίνα Ευαγγελάτου, σε μετάφραση του Σπύρου Ευαγγελάτου και με σύμβουλο στη δραματουργία τον Πλάτωνα Μαυρομούστακο, παρουσιάζεται το πρώτο μέρος -όπως συνήθως. Και πρέπει να πω ότι η παράσταση είναι εξαιρετική. Μετάφραση, σκηνοθεσία και βεβαίως υποκριτική, όλα άψογα. Ο Νίκος Κουρής-Φάουστ, έχει διανύσει τεράστια απόσταση, είναι σπουδαίος ηθοποιός, πράγμα που ανεβάζει τον πήχυ για τις μελλοντικές του δουλειές. Είναι ένας καταπληκτικός “Φάουστ”. Αυτό. Δίπλα του δαιμονικός -επιτυχως και ευτυχώς με καθοδηγημένες αλλά και εσωτερικές ισορροπίες- ο Αργύρης Πανταζάρας-Μεφιστοφελής. Σπουδαίο δίδυμο στη σκηνή, “αλωνίζουν” επί ένα δίωρο, είναι χάρμα να τους βλέπεις. Οι πρωταγωνιστικοί ρόλοι συμπληρώνονται από την Νάνσυ Σιδέρη-Μαργαρίτα, που είναι συγκλονιστική στον τελικό μονόλογο στη φυλακή. Δηλαδή σ' όλη τη διάρκεια του έργου είναι πράγματι η “Μαργαρίτα”, αλλά στο πιό δύσκολο κομμάτι τα καταφέρνει ακόμη καλύτερα. Πολύ ωραία και στέρεη και η Δήμητρα Βλαγκοπούλου-Μάρθα στον απαιτητικό ρόλο τη γειτόνισσας της Μαργαρίτας. Από κοντά, το καστ συμπληρώνεται ορθότατα από τους Κλήμη Εμπέογλου-Βάλεντιν, τόσο καλά παιγμένος ο ρόλος του αδερφού της Μαργαρίτας, και Ερρίκο Μηλιάρη-Βάγκνερ. Απολαυστικός Σπουδαστής και Μάγισσα ο Αγησίλαος Μικελάτος.

Τώρα όμως θα πούμε και τα ολίγα πλην της παράστασης: το σκηνικό, που έχει γίνει υπερχρήση του από την Ελληνική χορευτική σκηνή, και μου ήρθε ανατριχίλα που το αντίκρυσα, νόμισα ότι γύρισε ο χρόνος πίσω ίσαμε τέσσερεις φορές: σε τόσες παραστάσεις το έχω δει. Όχι μόνο η κατηφορική πλατφόρμα, αλλά και η πλατφόρμα-ταβάνι, που αναπαριστά το δωμάτιο του Φάουστ. Από τη στιγμή που σκύβει ο Νίκος Κουρής-Φάουστ και η χαμηλή πλατφόρμα δείχνει το αποπνικτικό και φτωχό δωμάτιο, εκεί έπαψα να βλέπω τον Winterreise του Κωνσταντίνου Ρήγου. Κι ενώ είναι κατανοητό ότι σε ένα μίνιμαλ και πιο ανανεωτικό ανέβασμα η πλατφόρμα λύνει ποικιλοτρόπως τα προβλήματα της σκηνικής πλοκής που ταξιδεύει σε ραχούλες και βουνά, αυλές, δωμάτια, εξοχές, καπηλειά, φυλακές και δρόμους, δεν μπορούσα να σταματήσω να βλέπω τα “ενός λεπτού σιγή”, “2” και “still life” του Δ. Παπαιωάννου. Και τα λέω αυτά ως αρνητικά για τον “Φάουστ”. Από κοντά και το death metal διότι η ηλεκτρική κιθάρα on stage έχει καταγραφεί ως κατάχρηση Κ. Ρήγου, βλέπε Swan Lake. Δεν χάλσαν την παράσταση, αλλά ήταν λίγο παράταιρα αυτά...

Εν κατακλείδι: Να πάτε να το δείτε οπωσδήποτε: πρόκειται για ένα αριστουργηματικό έργο, με έναν εξαιρετικό θίασο σε ένα πανέμορφο θέατρο. Τι άλλο θέλετε...;
© 



Monday, January 4, 2016

ΓΑΜΠΡΟΙ ΓΙΑ ΠΟΥΛΗΜΑ - ΚΡΙΤΙΚΗ

"Γαμπροί για πούλημα", Θέατρο Ακροπόλ, 3/1/2016, 18:00 μ.μ. 

Με μια εμπορική κωμωδία φαρσικών προδιαγραφών ξεκινάει η νέα χρονιά για το Greek Stage Review, δηλαδή με το καινούργιο έργο των Θανάση Παπαθανασίου και Μιχάλη Ρέππα, με τίτλο "Γαμπροί για πούλημα". Η παράσταση σπάει ταμεία, αν δοκιμάσατε να βείτε εισιτήριο θα το διαπιστώσατε κι εσείς. Με δέκα ηθοποιούς επί σκηνής, κι ένα σκηνικό-πάζλ από πόρτες -του σπιτιού του πλούσιου ζευγαριού που πρωταγωνιστεί στο έργο, υποτίθεται κάπου στο Ψυχικό.

Η εποχή που διαδραματίζονται τα εξωφρενικά και ξεκαρδιστικά του έργου, είναι η εποχή μας, η εποχή της περίφημης "κρίσης", με καταχρεωμένους πρώην πλούσιους, επιτήδειους μιζαδόρους δημοσίους υπαλλήλους, μια αδιάφορη και κακομαθημένη "νέα γενιά" και διάφορους υποψήφιους "σωτήρες" απ'την αλλοδαπή, που προσφέρονται να δώσουν και να σώσουν, ανάλογα με το τι θα σκαρώσει η γκλάβα του κομπιναδόρου εξ ανάγκης ή εκ συνηθείας, Έλληνα που αναζητά μια λύση στο θέμα της διάσωσης της πολυτελούς του διαβίωσης.
Αυτά θα μπορούσαν να είνα υλικό για μεγάλο δράμα, συγκρούσεις και δυσάρεστες καταστάσεις, αλλά εδώ είναι αφορμή για γέλιο, συγχώρεση και αλληλοκατανόηση με δόσεις αυτοσαρκασμού.

Τα έργα του επιτυχημένου συγγραφικού διδύμου, πέραν της βασικής πλοκής ή μαλλον διά της βασικής πλοκής, επεξεργάζονται την προβολή και αποδοχή όρων της καθημερινότητας που μπορεί υπό άλλες συνθήκες να μην "περνούσαν" στο ακροατήριο ή να χρειαζόταν η "αγωγή της βίας" ενός πολύ "στρατευμένου" έργου για να φτάσουν στο κοινό (που θα ήταν περιορισμένο ως εκ της φύσεως του έργου). Για να γίνω πιο συγκεκριμένη, παρουσιάζουν επί σκηνής με αποενοχοποιημένο τρόπο θέματα της γκέϊ κουλτούρας (sic), κι αυτό επιτυγχάνεται καταπληκτικά, διότι τα θέματα που αφορούν στη σεξουαλικότητα εμφανίζονται να λειτουργούν και να ικανοποιούν το ίδιο γκέι και στρέϊτ (ιδίως γυναίκες), ενώ η ανδρική ταυτότητα -κομψά και από την αδήριτο και πειστική ανάγκη της δραματικής πλοκής- παρουσιάζεται ως ρευστή και μόνο εκ τύχης να "κάθεται η μπίλια" στον καθένα σε κείνη ή την άλλη πλευρά, και ως "μπίλια" μπορεί και να αλλάξει θέση υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Κάποιος θα ντυθεί γυναίκα, κάποια υπονοούμενα θα φανερώσουν την κρυφή ζωή, το απωθημένο ή την πιθανότητα αλλαγής προσανατολισμού  κάποιου ήρωα, χωρίς δράματα, ως μέρος της ανθρώπινης φύσης και πραγματικότητας. Εννοείται πως αυτά συμβαίνουν και στους "Γαμπρούς για πούλημα", ιδίως στον ξεκαρδιστικό διάλογο της Σοφίας Βογιατζάκη-Γκαλίνα με τον ηθοποιό-φετίχ των Ρέππα-Παπαθανασίου, Αλέξανδρο Αντωνόπουλο-Μάκη.

Έτσι λοιπόν, στο έργο, πλούσιοι, καταχρεωμένοι με παιδί και υπηρετικό προσωπικό, μπλέκουν με ΜΚΟ, το Ελληνικό Δημόσιο και από μηχανής θεούς απ' το εξωτερικό, σε μια παράσταση που βγάζει πολύ γέλιο και βασίζεται φυσικά στον απόλυτο συγχρονισμό και την ταχύτητα (αλλά όχι τη  βιασύνη και το μπουρδούκλωμα.) Στο κέντρο της δράσης βρίσκεται η καπάτσα και παρδαλούλα μάνα, η Νικολέττα Βλαβιανού-Φλώρα Κωσταρέλλου, η οποία έξοχη, κρατάει επάνω της επιδέξια όλη την παράσταση. Εξαιρετική ηθοποιός, αξιολάτρευτη στη σκηνή. Δεν ήταν στα μεγάλα του κέφια ο "σύζυγος" Αλέξανδρος Αντωνόπουλος-Μάκης Κωσταρέλλος. Ηθοποιός με "γκελ" και αγαπητός, ήταν διεκπεραιωτικός, με μοναδικό του ανέβασμα τον διάλογο με την "Γκαλίνα", όπου ακάλυπτος από άλλους χαρακτήρες επί σκηνής "γκάζωσε." Απίθανη, με εξαιρετικές ισορροπίες, χωρίς φωνές και παραφωνίες, με μπρίο τρομερό η Γκαλίνα Μπακλάνοβα-Σοφία Βογιατζάκη, απλά καταπληκτική. Από κοντά και η Γκαλίνα Λουμπίνοβα-Παρθένα Χοροζίδου, πολύ καλή αλλά μερικές στιγμές σαν να ψάχνει το ρόλο της, και δεν είναι εύκολο, πρέπει να ερμηνεύσει μια επίσης πλούσια Ρωσίδα με εντελώς άλλο χαρακτήρα και λίγο δυσδιάκριτα όρια (σκηνοθέτες αγιούτο!). Στιβαρός στο ρόλο του Θανάση ο Κώστας Κόκλας, επίσης πολύ αγαπητός, περνάει στο κοινό, που αγαπάει το στυλ ρόλων που ερμηνεύει, λίγο "αναίσθητος", λίγο "ευαίσθητος" λίγο καλό παιδί έστω και ενίοτε ελαφρώς απατεών, ταυτίζεται πολύ με τύπο νεοέλληνα. Ο Γιάννης Τσιμιτσέλης, χαρισματικός κακομαθημένος νεαρός μιας αιώνιας και προστατευμένης παιδικότητας/εφηβείας, χαρακτήρας που απαντάται μόνο στην Ελλάδα, βγάζει πολύ γέλιο με την αδιαφορία με την οποία μπλέκει στις πιο απίθανες καταστάσεις. Ο Σταμάτης Δεβέκουρας-Σπύρος Πούλης, έξοχος ως δημόσιος υπάλληλος, σάρωσε όπως και η Βογιατζάκη. Θαυμάσιος σκηνικός χαρακτήρας, θαυμάσιος ηθοποιός.
Ο Μάνος Ιωάννου-Μίλτος (γιος του Θανάση/Κόκλα, όμορφος, επιτήδειος, αναρριχησίας), η Νίκη Λάμη-Τζούλη Αλαμάνα (πανελιτζού, στάρλετ, ερωμένη) και η Αντιγόνη Νάκα-Στέλλα (πλουσιοκόριτσο, κακομαθημένο, καινούργια προσθήκη χαρακτήρα μάλλον με μέλλον στα έργα των Ρέππα-Παπαθανασίου), με χαρακτηριστικές ατάκες που επαναλαμβάνονται και μένουν στο μυαλό του θεατή, διασπείρουν την κουλτούρα του έργου στο συλλογικό ασυνείδητο, άρα επιτελούν αν και με μικρότερους ρόλους, πολύ σημαντικό έργο, και το φέρνουν και εις πέρας άξια.

Εν κατακλείδι (κάνουμε ταμείο): ένας θίασος αγαπημένος, δύο συγγραφείς δημοφιλέστατοι, ένα έργο γνωστός-άγνωστος, ηθοποιοί υπέροχοι και πολύ γέλιο, μας κάνει: βρείτε εισιτήριο και θα περάσετε καλά.









Tuesday, December 29, 2015

ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!









ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΚΑΛΑ!
ΧΡΟΝΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΑ, ΜΕ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΟΡΕΞΗ ΓΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ! 
ΧΡΟΝΙΑ ΥΠΕΡΟΧΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΤΟ 2016!!! 



Thursday, December 17, 2015

ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ -θέατρο Άνεσις, 16/12

Τα πάθη του φοιτητή της Νομικής Ροντιόν Ρασκόλνικωφ αφηγείται ο Φ. Ντοστογιέφσκι σε ένα από τα πλέον πολυδιαβιασμένα βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ψυχογράφημα ενός εγκληματία, σκέψεις πάνω στην ηθική και το δίκαιο αλλά και την εφαρμογή των κανόνων δικαίου το έργο, και βεβαίως αστυνομικό μεγατόνων, το Έγκλημα και Τιμωρία είναι μια σκοτεινή ιστορία που φέρνει ο πολύπαθος συγγραφέας στο κοινό του. Μπορεί και αξίζει να συγχωρεθεί ένας εγκληματίας; Έχει κάποια στοιχειώδη ηθική θεώρηση της ζωής η πόρνη; Ποιάς ηθικής μετέχουν τέτοιοι χαρακτήρες; Είναι μια για όλους ή είναι διαφορετική η ηθική; Ποιά είναι η ηθική επιταγή για τον εκπρόσωπο του νόμου, για τον λούμπεν περιπλανώμενο αλκοολικό, και έχει διαφορά η "εκπόρνευση" κάποιας στο πεζοδρόμιο σε σχέση με κάποια κυρία που αναζητά πλούσιο σύζυγο για να λύσει τα προβλήματά της; Πώς οδηγείται κάποιος στο έγκλημα; Τι είναι το έγκλημα; Πώς το κρίνει αυτός που βρίσκεται μέσα σ' αυτό και πώς οι απ' έξω; Μπορούν ποτέ να αποκτήσουν μια κοινή οπτική οι εντός και εκτός, να υπάρξει αποθεραπεία, να αναβαπτισθεί το Κακό; 
Ένα πολυσύνθετο έργο που μπορεί να αναλύει κανείς για τα θέματα που θέτει άπειρες ώρες, να το εντάξει στην εποχή του, να το μελετήσει ιστορικά, από νομική ή/και κοινωνιολογικήάποψη, από ψυχαναλυτική σκοπιά, φιλοσοφικά κ.ο.κ. Η μελέτη των χαρακτήρων που έπλασε ο Ντοστογιέφσκι υπήρξε σχολείο για τους νομικούς πολλών γενεών, πραγματικό αίνιγμα προς επίλυση και άσκηση των κανόνων του ποινικού δικαίου: από τη γριά-άπληστη που δολοφονείται, μέχρι τον φοιτητή Ρασκόλνικωφ, που ως φοιτητής Νομικής γνωρίζει το νόμο και το αναγκαστικό της επιβολής του, υποτίθεται πως τον σέβεται και έχει επίγνωση των υποχρεώσεων που γεννά η ενασχόλησή του με το δίκαιο. Κι όμως, αυτός, ο φοιτητής της Νομικής, περνά τη γραμμή και εγκληματεί αφαιρώντας τη ζωή δύο γυναικών, και επιπλέον προσπαθεί να γλυτώσει την τιμωρία. Δρα δηλαδή ως το πλέον τυπικό δείγμα εγκληματία. Τι αντιστροφή ρόλων και ειρωνία του συγγραφέα...

Και βεβαίως παραμένει σε δεύτερο πλάνο η ανάκριση, η αποκάλυψη του δράστη, οι τύψεις του ενόχου και η σχέση δικαστικού λειτουργού και δράστη. Είναι έξοχο από πλευράς σασπένς και παρ' όλο που η αστυνομική λογοτεχνία έχει θεωρηθεί, και από πολλούς ακόμη θεωρείται παραλογοτεχνία, το Έγκλημα και Τιμωρία αποτελεί εξαιρετικό δείγμα. Η κλασική αστυνομική λογοτεχνία έχει απλοποιήσει τους κανόνες και τη γραφή και έχει επικεντρωθεί στην πράξη και την αποκάλυψη του ή των ενόχων, με βασικό γνώμονα  την εμπέδωση της άποψης ότι όλοι μπορεί να είναι ένοχοι, πολύ εύκολα, αρκεί να ξέρει να δει κανείς πίσω από τα απατηλά φαινόμενα και τις συναισθηματικές διακυμάνσεις της στιγμής. 

Η παράσταση στο "Άνεσις", ανεβαίνει σε διασκευή-σκηνοθεσία του Λέβαν Τσουλάτζε. Πολύ καλή δουλειά με ένα έργο-ποταμό, δύσκολο να μεταφερθεί στη θεατρική σκηνή. Πολύ δυνατό το πρώτο μέρος, λίγο αποδυναμωμένο το δεύτερο παρά τις περί τους αντιθέτου προσδοκίες. Θαυμάσιος Ρασκόλνικωφ ο Τάσος Ιορδανίδης, στο δεύτερο μέρος μερικές στιγμές περισσότερο απήγγελλε παρά ένιωθε το ρόλο του, στο κρεσέντο με τη Σόνια. Αφοπλιστικά απλός, στέρεος ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης Πορφύρι/Ανακριτής, αλλά ο θεατής νιώθει ότι του χρειάζεται κάποιος πιο εντυπωσιακός ρόλος για να ξεδιπλώσει τις δυνάμεις του. Πολύ καλή η Σοφία Πανάγου ως Ντούνια, καλή αλλά με διακυμάνσεις η Θάλεια Ματίκα στον απαιτητικό ρόλο της Σόνια, χρειάζεται λίγη δουλειά ακόμη. Πληθωρικός ως Ραζουμίχν ο Δημήτρης Καπετανάκος και πολύ καλός στο ρόλο της γριάς Αλιόνα ο Δημήτρης Διακοσάββας. Εξαιρετικός, εντυπωσιακός ο Θοδωρής Κατσαφάδος ως Μαρμελάντωφ.

Εν ολίγοις, είναι ένα δύσκολο έργο και μια πολύ καλή, με θαυμάσιο ρυθμό παράσταση, όπου οι συντελεστές τα δίνουν όλα. Να το δείτε!












Monday, December 14, 2015

ΓΙΑ ΟΝΟΜΑ... θέατρο Αλίκη – 13/12/2015

Το “μπουλβάρ” καταφανώς στην εποχή μας παίρνει άλλες μορφές, και ειδικά στη Γαλλία, όπου η αστική ταυτότητα περνάει για άλλη μια φορα από 40 κύματα, προκειμένου να κριθεί έτι μια φορά, να αποκηρύξει τη νέα υποκρισία της και να δηλώσει ότι ομνύει στο κοσμικό κράτος, την βοήθεια και αποδοχή των καταφρονεμένων, έστω με μια εσσάνς κομψής προοδευτικότητας. Στο πλαίσιο αυτό έχουν κινηθεί πάμπολλες Γαλλικές κινηματογραφικές παραγωγές της τελευταίας πενταετίας, με λιγότερο ή περισσότεο βιτριολικές ή εύπεπτες εκδοχές της σημερινής ζωής, πολλές από τις οποίες έκαναν και επιτυχία. Το μοτίβο λίγο-πολύ κατασταλαγμένο όσον αφορά στους υπό κρίσιν ανθρώπινους τύπους: καλοβαλμένη upper middle class, γιατροί, οδοντίατροι, ελεύθεροι επαγγελματίες κάθε είδους, λιγότερο πολιτικοί, με συζύγους που δεν είναι πλέον οι ελαφρόμυαλες που φέρνουν τα πάνω-κάτω όπως στις κομε
ντί/κωμωδίες του '60, αλλά ζωηρούλες με άποψη που πατάνε πόδι και δεν συγχωρούν εύκολα, ενίοτε εργαζόμενες, που μαζί με τα παιδιά τους αυτή τη φορά μαθαίνουν τον κόσμο, τον καινούργιο κόσμο, και τον αποδέχονται. Έτσι η οικογένεια ξεπερνάει την κρίση και όλοι μαζί ή σε νέους σχηματισμούς ελεύθερης διαβούλευσης, συνεχίζουν σε αγαστή σύμπνοια την πορεία τους.
Ο πυρήνας του θέματος, η κρίση σε μια οικογένεια, μπορεί βεβαίως να γίνει δράμα μεγατόνων, και κάπως έτσι θα νόμιζε κανείς ότι έχουν τα πράγματα αν άκουγε τα συνοδευτικά του έργου που ανέβηκε πριν λίγες εβδομάδες στο θεάτρο Αλίκη, με τίτλο Για Όνομα..., (των M. Delaporte-A. De La Patelliere) σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη και με πρωταγωνιστές τους Χρήστο Χατζηπαναγιώτη, Βίκυ Σταυροπούλου, Φάνη Μουρατίδη, Μαρία Κωνσταντάκη και Αντώνη Λουδάρο. Πλην όμως πρόκειται για μια διασκεδαστική και ευφυή εκδοχή του τραγουδιού Shame and scandal in the family. Εν μέσω συζητήσεων της εποχής μας περί πολιτικής ή μη ορθότητας και θεμάτων αφομοίωσης ξένων πληθυσμών, δεν είναι κι άσχημο υποννοούμενο καθώς η δράση της σκανδαλώδους οικογένειας του εν λόγω άσματος, τοποθετείται στο (μέχρι το 1962 αποικία πλείστων όσων) Τρινιντάντ.
Πέντε φίλοι βγάζουν τα εσώψυχά τους και ανακαλύπτουν γεγονότα και μυστικά κρυμμένα για δεκαετίες. Αντί να σφαχτούν μεταξύ τους όμως, συνεχίζουν πολιτισμένα τη ζωή τους γιατί (μοιάζουν να λένε οι συγγραφείς) οι διαφορές και τα μυστικά όταν συζητηθούν και έρθουν στο φως παύουν να ρίχνουν βαριά σκιά -και να! η πίστη ση λογική και την εκλαϊκευμένη επιστήμη. Αρκεί να σεβαστεί κανείς σε γενικές γραμμές τις επιλογές των άλλων και “όλοι αδέρφια είμαστε”...Ναι, καλά. Αλλά είπαμε, κωμωδία είναι το Για όνομα..., και τουλάχιστον τα ισότης/αδελφότης, τα λέει -εν προκειμένω- με έξυπνο τρόπο χωρίς διδακτικά μηνύματα και μεγαλοστομίες. Αu contraire mes amis...
Επίσης, ορίζει τον νέο τύπο ανθρώπου που υπόκειται σε διακωμώδηση, η νέα ελαφρά κωμωδία, στρατευμένη βεβαίως στις θεμελιώδεις αρχές της Γαλλικής δημοκρατίας. Κι εδώ βλέπει κανείς τη λειτουργία και τις δυνατότητες της Μητρόπολης: να αναδιπλώνεται γύρω από τα πατροπαράδοτα, πολλά να τα ανατρέπει, μα και να παρουσιάζει με νέο λούστρο τα απαρασάλευτα.
Στα “logistics” τώρα της παράστασης. Καταρχήν καλοδουλεμένη, εμπορικό θέαμα ανάλογο του θεάτρου όπου φιλοξενείται. Στο χώρο της βασίλισσας του εμπορικού, καλό εμπορικό. Τέρμα. Σκηνικά, κοστούμια, όλα χάρμα. Μικροχασμωδίες σχεδόν αόρατες σε μερικά σημεία στο ρυθμό, αλλά μην το κάνουμε και θέμα.
Από την άλλη, συγγνώμη που θα το πω, αλλά δεύτερη κωμωδία που βλέπω και οι άνδρες “παίρνουν τα σώβρακα” ας μου επιτραπεί η λαϊκή ρήση. Είναι πολύ καλές οι γυναίκες ηθοποιοί της παράστασης, αλλά τα καλύτερα σημεία είναι γραμμένα για τους άνδρες. Εξαιρετικός ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης-Πιέρ που πειθαρχεί την τηλεοπτική μανιέρα του και λίγο θέλει για να γίνει εντελώς ο χαρακτήρας που ερμηνεύει. Νομίζω ότι όσο περνούν τα χρόνια, αυτό έχει τεράστια σημασία, το ξεσκαρτάρισμα του περιττού. Ναι μεν αναγνωρισιμότητα στο παίξιμο, που είναι και πολύ σημαντικό για το “γκελ” του κωμικού στο κοινό, αλλά με “υποταγή” ενίοτε του τερτιπιού στο ρόλο ώστε να βγαίνει ο χαρακτήρας. Πράγμα δύσκολο με τον τρόπο ερμηνείας της ελληνικής τηλεόρασης και τα σενάρια που καλούνται να ερμηνεύσουν κάθε φορά οι ηθοποιοί. Πολύ καλός και γενναιόδωρος ο Φάνης Μουρατίδης-Βικτόρ στο ρόλο του πληθωρικού, πολυλογά, φτασμένου, ενίοτε αντιπαθούς αλλά κατά βάθος καλόκαρδου συγγενή, (σαν τον αδερφό της γυναίκας του αρχηγού του Γαλατικού χωριού στον Αστερίξ). Πειστικός, και ταιριαστός με τους άλλους δύο ο Αντώνης Λουδάρος-Κλωντ, ο υπομονετικός, ντροπαλός μουσικός και έμπιστος φίλος-μπαλαντέρ και καταλύτης της βραδιάς, υπακούει στη συναισθηματική κλιμάκωση που υποβάλλουν οι αποκαλύψεις. Θαυμάσια η Βίκυ Σταυροπούλου-Ελιζαμπέτ στον μονόλογό της (και γενικά) στο δεύτερο μέρος, ενώ στο μεγαλύτερο μέρος του πρώτου μέρους, παίζει με τις ευκολίες της τηλεοπτικής της περσόνας, που ξεκάθαρα δεν την έχει ανάγκη, μην πω της είναι και μεγάλο βαρίδι. Στο ύψος των περιστάσεων και η Μαρία Κωνσταντάκη-Άννα ως πεισματάρα, θαρραλέα, μοντέρνα σύζυγος του Βικτόρ.

Εν ολίγοις: θα διασκεδάσετε, θα γελάσετε, και όσοι δεν επιθυμείτε να πονοκεφαλιάσετε απ' τον προβληματισμό, το έργο θα σας γαργαλήσει με εύπεπτο τρόπο τα στερεότυπα, χώρια που θα θυμηθείτε γνωστές σας περιπτώσεις κουμπάρους, φίλους, συγγενείς. Είπαμε, shame and scandal in the family...



Wednesday, December 9, 2015

Ο ΑΡΧΟΝΤΟΧΩΡΙΑΤΗΣ - ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Ο Αρχοντοχωριάτης, θέατρο Βρετάνια, 9/12/2015

Το δημοφιλές και πασίγνωστο έργο του Μολιερου, “Ο Αρχοντοχωριάτης”, παρουσιάζει αυτή τη σαιζόν ο Γιάννης Μπέζος με ενδεκαμελή θίασο στο θέατρο Βρετάνια.
Πρέπει να το παραδεχτώ: μου φαίνεται ακόμη περίεργο να περιμένω την παρέα μου στην είσοδο ενός “εμπορικού” θεάτρου, σε έναν από τους δρόμους των εμπορικών θιάσων, και το κυριότερο, των εμπορικών παραγωγών, όπως ο δρόμος όπου βρίσκεται το Βρετάνια, στην καρδιά του mainstream.
Βέβαια και εντός του λεγόμενου “εμπορικού” υπάρχουν διαβαθμίσεις, αναλόγως της έκθεσης στην τηλεόραση, τους ρόλους και την επιρροή που έχει ασκήσει το μέσον (η τιβί) στην υποκριτική δεινότητα του ηθοποιού. Οπότε, συνακολούθως, (που θα έλεγε και ο Ζουρνταίν-Ιορδάνης, ο ήρωας του Αρχοντοχωριάτη), και στις επιλογές του ρεπερτορίου. Έτσι υπάρχει το εμπορικό-ποιοτικό, το εμπορικό-δεν πλησιάζω, το εμπορικό-κραυγαλέο, το εμπορικό-αλλά “in” κ.ο.κ. Το εμπορικό θέατρο, είναι καταρχήν λαϊκό θέατρο, και ως τέτοιο ή το δέχεσαι ή δεν πας. Από την άλλη, λαϊκό ενίοτε σημαίνει άρπα-κόλλα, σε μια θεμελιώδη παρερμηνεία, φεύ, των καιρών.

Σχετικά με την παράσταση, νομίζω ότι ο Γιάννης Μπέζος, άγετο και εφέρετο μεταξύ πολλαπλών επιθυμιών: να βρει μια εκσυγχρονισμένη εκδοχή του έργου, μια εκδημοκρατισμένη εκδοχή του έργου, να ικανοποιήσει τη φυσική του φιλοδοξία (ορθώς) για μια ερμηνεία σημαντική ενός σημαντικού έργου του παγκόσμιου δραματολογίου, και να παρουσιάσει μια εύπεπτη εκδοχή ικανή να προσεταιριστεί μεγάλο αριθμό θεατών. Όλα κατανοητά και σεβαστά, εφόσον δεν είναι ορατά στην παράσταση, δηλαδή έχουν επιλυθεί νωρίτερα.
Ο ίδιος ο Γ. Μπέζος έχει χαρισματική παρουσία: όσο μικρή και να 'ναι η παρουσία του, ο θεατής γοητεύεται. Αυτή τη φορά όμως μάλλον έκανε πολλά: από μετάφραση και διασκευή μέχρι σκηνοθεσία και παίξιμο. Και ο “Ιορδάνης” του βγήκε λίγο άκεφος, παρ' όλο που η παράσταση συνολικά είχε νεύρο και ρυθμό. Η εκδοχή που παρουσίασε ήταν καταφανώς μεταφερμένη στη σύγχρονη πραγματικότητα, όχι όμως και εντελώς, καθότι δεν αποφεύχθηκε -φυσικά- το παραμύθι της μεταμφίεσης σε ανατολίτη του Κλεάνθη, μέλλοντος γαμπρού του Ιορδάνη. Βεβαίως σήμερα και ειδικά στην Ελλάδα, μόνο σε ανέβασμα εποχής μπορεί η Τουρκική μεταμφίεση να δημιουργήσει αίσθηση μυστηρίου, και βεβαίως η εγγύς Ανατολή δεν προσφέρεται ως πρωτοτυπία, δεδομένης της γνώσης πλέον των χαρακτηριστικών των εκεί εγκατεστημένων λαών. Άσε που οι “εμίρηδες” έχουν συνδεθεί οριστικά με τις χειρότερες κινηματογραφικές φάρσες του '70. Επομένως, ορθώς -από τη στιγμή που ήθελε τον Μολιέρο μεταξύ 1670 και 2015, δηλαδή μεταξύ 17ου και 21ου αιώνα- παρέμεινε στην “Turquerie” και χρησιμοποίησε στερεότυπα σχετικά με τη γλώσσα. Δεν είχε και άλλη επιλογή. Από την άλλη, βέβαια, θυμηθήκαμε πολυχρησιμοποιημένα ανέκδοτα τύπου “μεμέ ζεμπίλ”, που δεν είναι και ό,τι καλύτερο. Η σημαία της ΕΕ στο τέλος ως απώτατο δείγμα ελληνικού αρχοντοχωριατισμού δε χρειαζόταν. Ας το ξανασκεφτεί ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής της παράστασης. Τέτοια ευρήματα δεν πάνε το γενικότερο θεατρικό εγχείρημα μακριά, απεναντίας το περιορίζουν δυσάρεστα.
Η παράσταση έχει ρυθμό, γέλιο, ταχύτητα, καλό καστ, κοστούμια οριακά ανεκτά, και απλό σκηνικό, λιτό, ίσως λίγο “γυμνό”. Ενδεχομένως επίσης η ταχύτητα κάποιες στιγμές να έκανε να χαθεί η σημασία και το βάθος της μελέτης των ανθρώπινων χαρακτήρων και σχέσεων, θέλω να πω, ότι δεν επιτρέπεται ο σαρκασμός του Μολιερικού κειμένου, η λεπτοκεντημένη σάτιρα να γίνεται ατακαδόρικη sitcom άσκηση. Έτσι οι χαρακτήρες χάνουν το βάθος τους και γίνονται καρτούν.
Ο θίασος είναι σε μεγάλο μέρος του υπερεκτεθειμένος στην τηλεόραση, αλλά είναι καλός θίασος. Ο Γιάννης Μπέζος έχει τις ευκολίες του και τις χρησιμοποιεί -αν και κάνει τεράστιες προσπάθειες να πλάσει το χαρακτήρα του Ιορδάνη πέρα από τον ανέμελο χαρακτήρα του ωχαδερφιστή, ενίοτε γκαφατζή, γοητευτικού, καλόκαρδου ήρωα που έχει συνηθίσει το κοινό του. Είναι σαν να “ζητάει” πλέον πιό σκοτεινούς ρόλους. Αυτά δεν αναιρούν το γεγονός πως έχει μεγάλο εκτόπισμα πάνω στη σκηνή, τον θέλει το μάτι του θεατή -είναι το “χάρισμα” που έλεγα και πιό πάνω. Χωρις να θέλω να αδκήσω κάποιον, μάλλον είναι ο πιό σημαντικός κωμικός αυτή τη στιγμή.
Θαυμάσιος ο Τάσος Γιαννόπουλος ως Δοράντης και με σωματικότητα απίστευτη. Ο Δημήτρης Λιόλιος -Δάσκαλος Μουσικής άξιος, και ο Θανάσης Ισιδώρου, απρόσμενα ακροβατικός ως Δάσκαλος Χορού. Πολύ καλός Κλεάνθης ο Αλμπέρτο Φάϊς, χωρίς ψευτοκλάψες και υπερβολές, καλοζυγισμένος. Ο Κώστας Φλωκατούλας ερμηνεύει έναν λίγο χαοτικό Κοβιέλο, αλλά τον τιθασεύει τελικά, ενώ πειστικός εμφανίζεται και ο Δημητρης Κανέλλος-Δάσκαλος Φιλοσοφίας.
Η Ελένη Τσιμπρικίδου-Νικολέττα, μου άρεσε, και η φωνή της ήταν ξεκούραση για τα αυτιά, στέρεη και δυνατή. Έχω ένα μικρό πρόβλημα με την Στυλίστρια-Φιλιώ Φωτιάδη, έμεινε λίγο στην επιφάνεια. Η κυρία Ιορδάνη-Άννα-Μαρία Παπαχαραλάμπους, είχε σκαμπανεβάσματα ερμηνευτικά, παρ' όλο που ήταν “γαντζωμένη” στο ρόλο της και αποφασισμένη να τα καταφέρει. Πείσμων ο χαρακτήρας, πείσμων και η ηθοποιός. Συμπαθής ως Δοριμένη η Ντένια Στασινοπούλου, θέλει ακόμα δουλειά. Καλή η Αμαλία Νίνου-Λουσίλ, σε ρόλο που μπορεί να παιχτεί ως “μελό μιας ενζενύ”, αλλά που όμως εδώ ο εκσυγχρονισμός του κειμένου είχε καλό αποτέλεσμα και στην ερμηνεία του ρόλου.





Sunday, December 6, 2015

ΤΟ ΓΛΥΚΟ ΠΟΥΛΙ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ, Θέατρο ΑΛΜΑ - ΚΡΙΤΙΚΗ (5/12/2015)

Το καταπληκτικό που συμβαίνει στα εργα του Τεννεσσή Ουίλλιαμς, είναι πως έχει κανείς διαρκώς την αίσθηση ότι μέσα από τους χαρακτήρες στη σκηνή μιλάει ο ίδιος ο συγγραφέας. Όχι ότι σε έργα άλλων συγγραφέων δεν απαντάται το ίδιο φαινόμενο, αλλά εδώ ο λόγος του "ακούγεται" σχεδόν σαν αντίλαλος σε όσα διαμείβονται πάνω στη σκηνή. Για παράδειγμα στο Γλυκό πουλί της Νιότης, η κεντρική ηρωίδα, η υστερική σταρ Αλεξάνδρα ντελ Λάγκο, δυνατή επί της ουσίας, (κακο)μαθημένη αλλά και με πλήρη επίγνωση των κινδύνων (της επιθυμίας) να ζει κανείς διαρκώς κάτω από τα φώτα της δημοσιότητας, την αναγνώριση, το χάϊδεμα, την επιβεβαίωση και το θαυμασμό, δεν μπορεί να αποκοπεί από τον αισθαντικό θρήνο μιας γκέι περσόνας για τη νεότητα. Et in Arcadia ego, και βεβαίως τα νιάτα με την ταυτόχρονη ενατένιση του γήρατος, από τους Αλεξανδρινούς μέχρι τον Καβάφη είχαν -και με το παραπάνω- την τιμητική τους.
 Όπως και ο σαρκαστικός σχολιασμός των ευκαιριακών σχέσεων με νεότερους άνδρες, για γυναίκες και άνδρες, που όσο κυνισμό κι αν επιστρατεύσει κανείς, έχει επίγνωση της κατάστασης και ότι ο χρόνος πρώτα απ' όλα ήταν αμείλικτος με εκείνον που είναι μεγαλύτερος στη σχέση των δύο.
Κι εκεί μπορεί να θρηνήσει αλλά και να μισήσει κανείς την ομορφιά και τη νεότητα. Των άλλων. Οι γυναίκες των θυγατέρων τους, οι άνδρες των νεότερων ομοφύλων τους.
Στο Γλυκό πουλί της Νιότης, στο τελευταίο της σκίρτημα προς την ενεργό δράση, η Αλεξάνδρα ντελ Λάγκο, παθιασμένη για μια ακόμα ανάσα ζωής -κυριολεκτικά και μεταφορικά- δεν μπορεί να έχει δίπλα της τον αποτυχημένο, χαμένο κομπάρσο Τσανς. Θα ήταν "βαρίδι" στη φήμη, την ελευθερία και τη ζωή της. Τέτοιες σχέσεις δεν τελεσφορούν παρά μόνο αν είναι να συνενώσουν το αίσθημα αυτοκαταστροφής και των δύο εμπλεκομένων πλευρών, και η ντελ Λάγκο είναι πολύ έξυπνη για να αφεθεί να ρουφήξει λίγο από τον αέρα "επαναφοράς της νιότης" της ένα ευκαιριακό ψωνιστήρι. Ο Τσανς Γουέϊν, όπως λέει και το όνομά του, είναι ένα "αποκύημα" της τύχης. Της τύχης, που είναι τόσο αγαπητή/επιθυμητή, αλλά και τόσο δεύτερη στη λίστα των επιτυχημένων ανθρώπων. Ο Τσανς, ένας τυχαίος, μοιάζει σαν να πήρε το όνομά του πολύ σοβαρά. Ωσότου μετά από άλλη μια αποτυχημένη "ζαριά" θα καταλήξει στα χέρια ενός υπερσυντηρητικού βάρβαρου, να πληρώσει για όσα τυχαία γεγονότα από το παρελθόν του δεν έμαθε, τυχαία έπραξε και σωρευτικά μαθαίνει όταν γυρνάει στη γενέτειρά του να συναντήσει τη μοίρα του.

Στο όμορφο θέατρο Άλμα, Το γλυκό πουλί της νιότης, έγινε μια θαυμάσια παράσταση. Μια αληθινή παράσταση, από αυτές που για λίγο σου παίρνουν από τα αυτιά τις φωνασκίες  και τα τερτίπια που αφήνει πίσω της ακόμη και στο θεάτρο η στενή ενασχόληση με την τηλεόραση. Με ρυθμό, καλαισθησία, εξαιρετικές ερμηνείες, δικαίωσε ένα δύσκολο έργο και ανάδειξε τα διαφορετικά επίπεδα ερμηνείας αυτού του αγαπημένου κειμένου, που παρουσιάστηκε στην σπουδαία απόδοσή του από τον Μάριο Πλωρίτη. Σκεπτόμενη την παράσταση, μου έρχεται στο νου και η λέξη σεμνότητα, που δεν έχει τίποτε από ταπεινότητα, αλλά σχετίζεται με την ισορροπία και τη σιγουριά που εκπέμπει κάποιος που δε χρειάζεται να αποδείξει τίποτα, παρά επιβεβαιώνει την αγάπη και την αφοσίωσή του στην τέχνη.

Εξαιρετική Αλεξάνδρα ντελ Λάγκο η  Κατερίνα Μαραγκού, πραγματικά σπουδαία, ικανή να κάνει το θεατή να πιστέψει πως βρίσκεται σε μια γωνιά του δωματίου του ξενοδοχείου με τους φοίνικες, μαζί της. Αληθινή κάθε στιγμή. Θαυμάσιοι στο ρόλο τους και οι υπόλοιποι ηθοποιοί της παράστασης: ο Όμηρος Πουλάκης στο δύσκολο ρόλο του τραγικού Τσανς Γουέην, έπλασε σωστά έναν νευρικό, ανεύθυνο, ερωτευμένο, αυτοκαταστροφικό νεαρό. Η Αγγελική Μητροπούλου έξοχη στο ρόλο της Χέβενλυ Φίνλεϋ, εύθραυστης, τσακισμένης και προδομένης νεανικής αγάπης του πρωταγωνιστή.  Μετρημένος και πειστικός ο Αργύρης  Γκαγκάνης στο ρόλο του Μπος Φίνλεϋ, σκληρού, εγωιστή πατριάρχη μιας προβληματικής οικογένειας που κατά βάθος του μοιάζει. Με ισορροπία και χαμηλούς τόνους ο Τζωρτζ Σκάντερ-Λευτέρης Βασιλάκης, ο επαγγελματικά πετυχημένος ανταγωνιστής του Τσανς Γουέην, αποτυχημένος κι αυτός στα ερωτικά, που έχει να διαχειριστεί τη δύσκολη επίγνωση ότι αποτελεί "λύση ανάγκης" για τους Φίνλεϋ. Εκνευριστικό τσιράκι του πατέρα του, καθόλου καλύτερος από τον Τσανς αλλά πιο τυχερός, ο γιος Τομ Φίνλεϋ-Νικόλας Παπαδομιχελάκης, ένωσε πετυχημένα επάνω του τα αδιέξοδα όλων. Πνιγμένη στα ένοχα μυστικά της οικογένειας, ανίκανη να βοηθήσει ουσιαστικά αλλά με αγάπη για τους αδικημένους εραστές, η ευαίσθητη θεία Νόννη-Βέφη Ρέδη -ως Χορός αρχαίου δράματος.
Κομψότατο και καλοεκτελεσμένο το χορευτικό "ιντερμέδιο" από τους Α. Μητροπούλου και Λ. Βασιλάκη, απολύτως σωστή η μουσική συνοδεία και έξοχα τα κοστούμια, με τις τουαλέτες της κ. Μαραγκού να προκαλούν θαυμασμό στο γυναικείο κοινό. Λιτή, με ρυθμό και δύναμη η σκηνοθεσία της Αναστασίας Ρεβή. Εν ολίγοις, μια παράσταση που δεν πρέπει να χάσετε! Το καλό θέατρο πρέπει να μείνει ζωντανό.
 ©











Sunday, November 1, 2015

Burnt, by John Wells- Film Review

Gregory Markopoulos had spoken about the dictatorship of the actor as a problem. And although Bradley Cooper is a darling to watch and really wants to make history with his acting, let's not fool ourselves, the whole "Burnt"  film is a bunch of crap aimed at showing beautiful faces at distress on the silver screen.
I admit that cooking for me is tedious and boring, an activity that I have no talent for or inclination at and yet I do enjoy fine ingredients and taste. However, all these plates at great speed in front of me, just made me crave for a simple ratatouille (oh lovely mouse with the ultimate cook film!) instead of titillating my pallet for rare vegetables and spices so expensive that could ruin the Roman Empire (and they did.)
I think that cook/food-movies are segregational. They may nowadays show female chefs running cusines and being as bossy as their male counterparts, but I hate the war of the sexes taking cover while patronising into the kitchen and pretend that it's all fine and smooth. Translation: women make sweets (Chocolat et al) and control the animal world of smell and taste, spice and everything nice and the men still cut the beef (argh!) and combine scnitzenflubenzauerflower with cassetonpani devosarmesasanssouci in post-industrial decor. Now...really?
And just as we begun to relax from the last cook in distress on film ("KIss the Cook"), we bumped into Bradley Cooper and his sinful past in gai Paris, that still haunt his post-addiction days. So cooking and creating and combining flavours is not all that gai, but has another level, a level in which anxiety for Michelin stars reigns. It's the level of terror, insomnia and antagonism, mean acts and betrayal between buddies-in-spoons.
Well, I can watch Gordon Ramsay shows if I want high speed and anxiety, so get me out of the movie theatre and of the kitchen, now!