Είδα την παράσταση με τίτλο "Η Εποχή του Κυνηγιού", με τις Φωτεινή Μπαξεβάνη και Αθηνά Μαξίμου. Ένα έργο του Γιάννη Σκαραγκά σε σκηνοθεσία Λίνας Ζαρκαδούλια, Στο θέατροΙλίσια, 10/5/2015.
Ένα μελόδραμα δωματίου με σασπένς και ψυχολογικές προεκτάσεις, για δύο γυναίκες ηθοποιούς ανεβαίνει αυτό τον καιρό στο θεάτρο Ιλίσια.
Μιάμιση ώρα αγωνιώδους προσπάθειας της "Πόπης", κεντρικού χαρακτήρα του έργου, να ξεφύγει από την απομόνωση και την κατάθλιψη όπου την έχει ρίξει η εποχή της κρίσης και της μεταμέλειας για δάνεια και πιστωτικές κάρτες αλλά και το όνειρο της μεγάλης -και ανέμελης- ζωής του πρόσφατου παρελθόντος. Χωρίς να πρόκειται για στρατευμένο δράμα στην υπηρεσία μιας καταγγελίας κατά της σκληρότητας των καιρών, αλλά με απόσταση απέναντι στην ηρωίδα που καλείται να αναλάβει τις ευθύνες που της αναλογούν, το έργο αναπτύσσεται γύρω από τις "φωνές" που ακούει η καταθλιπτική Πόπη, και που προσωποποιούνται (ευτυχώς) στο πρόσωπο της Πηνελόπης Δέλτα -καθόλου τυχαία επιλογή δεδομένων των γεγονότων στην ερωτική της ζωή αλλά και του τέλους της.
Η ηρωίδα, θα πρέπει μέσα από μια Χιτσκοκικού τύπου, άμεσα αποτελεσματική "ψυχοθεραπεία", να αναγνωρίσει το πρωτογενές τραύμα, να ανασυντάξει δυνάμεις και να βγει (ή όχι) από το σκοτάδι στο φως -πάντως δεν μπορεί πλέον να μείνει στο σημείο απ' όπου τη βρίσκει η αρχή του έργου. Οι σχέσεις με την οικογένεια (χώρος βασικών παρανοήσεων), η εμπειρία στον εργασιακό χώρο, οι ερωτικές σχέσεις, οι αποτυχίες που βαραίνουν χρόνια και δεν καλύπτονται από τα λούσα που παροδικά -και καταστροφικά- αγόρασαν οι πιστωτικές κάρτες, έρχονται στην επιφάνεια και προτρέπουν σε επείγουσα επίλυση/ αντιμετώπιση ή καταστροφή.
Η "Πηνελόπη" είναι η γενναιόδωρη και ώριμη φωνή της λογικής, μια ψυχοθεραπευτική σταθερά που επαναδραστηριοποιεί τα αποθέματα ανθρωπισμού της "Πόπης", χωρίς να κάνει βήμα πίσω στην αποστολή που αισθάνται πως έχει απέναντι στην ασήμαντη, καθημερινή γυναίκα τη βυθισμένη στα προβλήματα.
Η ψυχοθεραπεία δεν λειτουργεί φυσικά το ίδιο άμεσα in vivo, όμως εδώ είπαμε μιλάμε για θεατρικού τύπου και ίσως λίγο Αμερικανοποιημένη εκδοχή μιας περισσότερο αισόδοξης και πιό "μηχανιστικής" ματιάς στη διαδικασία της "ομιλούσας θεραπείας." Εξάλλου υπάρχουν και οι βραχείες μορφές, και εν πάση περιπτώσει, ο συγγραφέας φαίνεται να γνωρίζει αρκετά σχετικά με το θέμα, το οποίο πραγματεύεται επιτυχώς.
Εξαιρετικές οι δύο ηθοποιοί, συγκίνηση, μουσική, τραγούδι, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, χιούμορ, δράμα, μαστοριά στην πλοκή, όσοι προσέλθετε, σίγουρα θα περάσετε πολύ καλά!
https://drive.google.com/file/d/1Hw7wW20lEXn5NBM83EHRc430pR2SzYBg/view?usp=sharing
Sunday, May 10, 2015
Tuesday, May 5, 2015
RIP Maya Plissetskaya
Maya Plissetskaya and Galina Ulanova, were the artists who made me admire and love dance and somehow direct myself to this art still a very youg child. My first memories of Maya are hazy, I know it was a TV broadcast of one of her famous roles, Swan Lake must have been. It was the first time I remember seeing ballet, and it had a mesmerizing effect on me. The beauty, the lasting impression of her agility, the music, the passion, the different-from-everyman's life, it was all there. Together with my father's jokes who was holding on to the door, rose on his toes and said, "Look, I am dancing ballet!" We all laughed innocently, not so innocently myself as I had already bid dedication and obedience to dance. So, thanks Maya...
I think that had she gone a few decades ago, her death would have made much bigger headlines than today. And yet...Maya Plissetskaya, claimed the world's attention once more, even now at a time in which stardom means different things than in the time of her prime.
Do young dancers know Maya? Have they heard her name outside Russia? I mean the dancers who were born at the time of the post-Chernobyl era. They probably have and if they don't it's worth googling the name. Maya and Galina (Ulanova) were not exactly rivals and not exactly of the same age, but they were famous around the same time and they were somewhat a reminiscent of the Salle-Camargo idiosyncracies on stage: one fiery the other lyrical. Only that Galina was the most typical example fo the dedicated Stahanovite Soviet dancer, while Plisstskaya, of Jewish descent, directly experienced the absurdity and violence of Stalin's regime in her own family, through executions and exile.
Both prima ballerinas wrote theri memoirs. Ulanova mainly focused on her dedication on art and her daily exercises, even on holiday, to become better, to justify her role as an artist and as an artist of the people. Maya wrote a more magnificent story; a story that begins at a very tender age and goes through the corridors of power and bureaucracy and careful phrasing of opinions different to those of the directors, the party officials, those caring for the safety of the regime. Maya danced ballet, her back kick was famous in Don Quixote. She danced all the great roles of the romantic and classic repertory, and her Dying Swan to the music by Saint-Saens gained her an even bigger world recognition. She danced in Ruth Saint-Denis reconstructed dances ("Incense"), she was the Muse of many great artists, she had her signature work in ballet, her Carmen Suite for which she fought a lot in order to be shown as she had dreamed of showing it. A more abstract ballet with psychological traits, made her look sexy on stage, something rather unusual in that manner, because Maya became the role, and her Carmen's sex drive melted into Maya's temperament.
Active until her old age, she was loved even by people that had nothing to do with the world of ballet. A tough lady, an extraordinary woman, she never fled her country as Nureyev, Makarova, Baryshnikov and Godounov did. However strange, it did nothing to diminish her stardom. Maya always seemd to choose wisely.
From "Anna Karenina"
From "Carmen Suite" (photos from the bicentenary publication Bolshoi Theatre CCCP, 1976).
I think that had she gone a few decades ago, her death would have made much bigger headlines than today. And yet...Maya Plissetskaya, claimed the world's attention once more, even now at a time in which stardom means different things than in the time of her prime.
Do young dancers know Maya? Have they heard her name outside Russia? I mean the dancers who were born at the time of the post-Chernobyl era. They probably have and if they don't it's worth googling the name. Maya and Galina (Ulanova) were not exactly rivals and not exactly of the same age, but they were famous around the same time and they were somewhat a reminiscent of the Salle-Camargo idiosyncracies on stage: one fiery the other lyrical. Only that Galina was the most typical example fo the dedicated Stahanovite Soviet dancer, while Plisstskaya, of Jewish descent, directly experienced the absurdity and violence of Stalin's regime in her own family, through executions and exile.
Both prima ballerinas wrote theri memoirs. Ulanova mainly focused on her dedication on art and her daily exercises, even on holiday, to become better, to justify her role as an artist and as an artist of the people. Maya wrote a more magnificent story; a story that begins at a very tender age and goes through the corridors of power and bureaucracy and careful phrasing of opinions different to those of the directors, the party officials, those caring for the safety of the regime. Maya danced ballet, her back kick was famous in Don Quixote. She danced all the great roles of the romantic and classic repertory, and her Dying Swan to the music by Saint-Saens gained her an even bigger world recognition. She danced in Ruth Saint-Denis reconstructed dances ("Incense"), she was the Muse of many great artists, she had her signature work in ballet, her Carmen Suite for which she fought a lot in order to be shown as she had dreamed of showing it. A more abstract ballet with psychological traits, made her look sexy on stage, something rather unusual in that manner, because Maya became the role, and her Carmen's sex drive melted into Maya's temperament.
Active until her old age, she was loved even by people that had nothing to do with the world of ballet. A tough lady, an extraordinary woman, she never fled her country as Nureyev, Makarova, Baryshnikov and Godounov did. However strange, it did nothing to diminish her stardom. Maya always seemd to choose wisely.
From "Anna Karenina"
From "Carmen Suite" (photos from the bicentenary publication Bolshoi Theatre CCCP, 1976).
Thursday, February 26, 2015
Από Μηχανής Θέατρo preview
Από Μηχανής
Θέατρο
Αδελφοί
Καραμάζοφ - η εμπειρία μιας συνάντησης
σύλληψη
– σκηνοθεσία Ηλίας Κουνέλας
για 5
παραστάσεις
4 έως 8
Μαρτίου
«Η μέγιστη
ευτυχία είναι η ανάγνωση» – o Ηλίας
Κουνέλας προσυπογράφει τη φράση του
Μπόρχες
Έξι ηθοποιοί
διάβασαν μαζί, τους Αδελφούς Καραμάζοφ
(1880) και μετά από έναν πολύ επιτυχημένο
κύκλο παραστάσεων, μοιράζονται, τη σκηνή
του θεάτρου Από
Μηχανής,
μεταφέροντας στο κοινό, την εμπειρία
της συνάντησης με το τελευταίο
ντοστογιεφσκικό αριστούργημα.
Ένα έργο που
μέσα από το θέμα της πατροκτονίας θίγει
μεγάλα ζητήματα : την αξία της προσωπικής
ελευθερίας, την ανάγκη μιας ηθικής
δύναμης, την πάλη μεταξύ καλού και κακού,
την πίστη… Πόσο μπορεί ένα μυθιστόρημα
να μεταστρέψει τη ζωή μας;
Στο Από
Μηχανής Θέατρο από τις 4 μέχρι τις 8
Μαρτίου
Ταυτότητα
της παράστασης
Μετάφραση:
Ελένη Μπακοπούλου
Σύλληψη –
Σκηνοθεσία: Ηλίας Κουνέλας
Σκηνική –
ενδυματολογική επιμέλεια: Κατερίνα –
Χριστίνα Μανωλάκου
Ηθοποιοί:
Στέλιος Ανδρονίκου, Ηλίας Κουνέλας,
Κλεοπάτρα Μάρκου, Βασίλης Σαφός, Μαρίνα
Συμεού
Βοηθός
Σκηνοθέτη – Σκηνογράφου: Άρτεμις Σιέρρα
Φωτογραφίες:
Χρήστος Χουλιάρας
INFO:
Αδελφοί Καραμάζοφ - η εμπειρία μιας
συνάντησης
Σύλληψη
– Σκηνοθεσία: Ηλίας Κουνέλας
Απο Μηχανής
Θέατρο
Ακαδήμου
13, Μεταξουργείο
Τηλ: 210
5231131
Hμέρες και
ώρες παραστάσεων
Τετάρτη 4/3
στις 21.00
Πέμπτη 5/3
στις 21.00
Παρασκευή
6/3 στις 21.00
Σάββατο7/3
στις 19.00
Κυριακή 8/3
στις 21.00
Γενική
είσοδος 10€
Friday, December 26, 2014
THE NUTCRACKER by Oktana Dancetheatre Choreography: Konstantinos Rigos (Rex theatre, 23/12/2014)
THE NUTCRACKER by Oktana Dancetheatre
Choreography: Konstantinos Rigos
(Rex theatre, 23/12/2014)
The Nutcracker is the title of Konstantinos Rigos' melodrama of 2010
(2014 remix) based on the well-known story of little Masha (or Clara,
depending on the version of the story), the little girl whose dream
on Christmas Eve gained notoriety through the Petipa ballet,
choreographed in the music of P.I. Tchaikovsky. Her girlie dream of a
Prince of remarkable courage, who beats all enemies and suitors and
leads her down the aisle, aka the land of sweets and happiness, has
inspired numerous versions and interpretations, one of the most
modernized and well-known being this of Mark Morris, made at the peak
of the gender-troubling-the-ballet days, in the early '90s.
K. Rigos' version, focuses on Clara as a grown-up. The Nutcracker of
her childhood she sees in every man she meets, and she meets many,
who furthermore, are not the gentle, nice, elegant, willing to cater
for all her needs Prince of her dreams, but insensitive (?) men who
fool around with her and abandon her or mistreat her.
Sheer melodrama of the classic gay tradition, Rigos' Nutcracker had
it all: self-destructive lady, reckless life, beauty, melancholy,
tears, fits of rage and mood changes, the ideal female persona aka
the one with rampant sexuality, broken, tragic, desired, living for
others' desire -plus great dance. Konstantinos Rigos is a
traditionalist and a true romantic in his depiction of a
disillusioned female, despite his allusions to gang bangs and bold
nudity on stage as a standard element of each and every work of his.
His heroine does not know what happens to her, she is a victim to her
will to be desired, she down-lives her once amazing dream of a
glorious love and spends her years in endless cruising. K. Rigos'
daring dames can enrage any feminist but he is without any
question, a master of melodrama and knows well the codes of the
genre, which he serves faithfully and with dedication. Αnd in there, somewhere, below the surface, one sees his dedication to the propagation of another idea: the need for equality and freedom of every aspect of human sexuality, and sometimes the combination of multiple choices in one and the same person. Whether this is due to guilt or freedom, this is another question. What is important is that for years, the choreographer has invested on galantly provoking his audience, while successfully passing on his "messages".
PLUS:
****great dancers
****provocative
Is it a good show? Yes!
To see? Yes!
Sunday, December 7, 2014
Ξαφνικά καλοκαίρι πέρσι το καλοκαίρι
Ξαφνικά
καλοκαίρι πέρσι το καλοκαίρι
του
Tennessee Williams
με
την Μπέττυ Αρβανίτη σε σκηνοθεσία
Δημήτρη Μαυρίκιου
Ένας
ερευνητής βυθίζεται σε μια σκοτεινή
υπόθεση ανθρωποφαγίας στα χρόνια του
μεσοπολέμου. Θύμα είναι ένας ομοφυλόφιλος
ποιητής, ο Σεμπάστιαν Βέναμπλ, και θύτες
κάποιοι έφηβοι εξαθλιωμένοι από κάθε
μορφής πείνα.
Ο
ποιητής, μετά από 25 καλοκαίρια που γύριζε
τον κόσμο έχοντας στο πλάι του τη λαμπερή
μητέρα του Βάιολετ, πήρε τη μοιραία
απόφαση να την αντικαταστήσει με την
εξαδέλφη του Κάθριν, αθώα και ανέτοιμη
να υποδυθεί τον ρόλο του «κράχτη», όπως
λέει η ίδια.
Η
Βάιολετ όμως κατηγορεί την Κάθριν ως
ιδιοτελή και ανίκανη να προστατέψει
τον ευαίσθητο δημιουργό, την κλείνει
σε ψυχιατρική κλινική και επιδιώκει να
της γίνει λοβοτομή, για να πάψει να
αφηγείται το φριχτό τέλος του Σεμπάστιαν
διασύροντας τη μνήμη του ανυπεράσπιστου
ποιητή.
Η
αντιπαράθεση και η κατάθεση ψυχής των
δυο γυναικών τις τοποθετούν στην πρώτη
γραμμή των μεγάλων ηρωίδων του Tennessee
Williams, ο οποίος για μια ακόμα φορά
αυτοβιογραφείται, ειδικά ως προς το
βιωματικό τραύμα της λοβοτομής: η
αγαπημένη του αδελφή Ρόουζ, ύστερα από
επιμονή της μητέρας τους, είχε υποβληθεί
στην ολέθρια αυτή επέμβαση, που την
άφησε για πάντα διανοητικά ανάπηρη.
Πρόκειται
για ένα από τα σημαντικότερα έργα του
διάσημου Αμερικανού συγγραφέα, το οποίο
γνώρισε τεράστια επιτυχία.
Με
το έργο του αυτό ο συγγραφέας πέτυχε να
καταδείξει την αναλγησία του μακαρθισμού
και των κοινωνικών συμβάσεων στην
Αμερική του ΄50 ευαγγελιζόμενος και το
τέλος τους.
To
1958, ένα χρόνο μετά τον «Ορφέα στον Αδη»,
ανέβηκαν στο Μπρόντγουεϋ δύο έργα του
Τennessee Williams σε
ενιαία παράσταση. Ηταν το «Κάτι που δεν
ειπώθηκε ποτέ» και το «Ξαφνικά πέρσι
το καλοκαίρι» υπό το γενικό τίτλο «
“Garden district”.
Λίγο
μετά τo “Ξαφνικά
πέρσι το καλοκαίρι» ανέβηκε σε σκηνοθεσία
Χέμπερτ Μάσιτζ κι λος
τους.
το
τικκαρθισμού και τω
ένα
χρόνο μετά, το 1959, παρουσιάστηκε και ως
κινηματογραφική ταινία με την Κάθριν
Χέμπορν στο βασικό ρόλο.
Στην
Ελλάδα έχει παρουσιαστεί αρκετές φορές,
αναμένεται όμως με ιδιαίτερο ενδιαφέρον
η σκηνοθεσία του Δημήτρη Μαυρίκιου, που
δεν είναι η πρώτη φορά που καταπιάνεται
με Tennessee Williams μιας και ο «Γυάλινος Κόσμος»
του, ήταν μια παράσταση που άφησε εποχή.
Η
συνεργασία του με τη θεατρική εταιρεία
"Πράξη" και την Μπέττυ Αρβανίτη,
που επί 27 χρόνια παρουσιάζουν έργα
ρεπερτορίου, χωρίς άλλο θα προκαλέσουν
το ενδιαφέρον του θεατρικού κοινού.
Παίζουν:
Μπέττυ Αρβανίτη,
Λουκία Μιχαλοπούλου,
Αλέξανδρος Βάρθης,
Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη,
Γιάννης Φλουράκης,
Άννα Πατητή,
καθώς
και ο Νίκος
Κουρής από
την οθόνη
Μετάφραση-Σκηνοθεσία:
Δημήτρης
Μαυρίκιος
Σκηνικά:
Δημήτρης
Πολυχρονιάδης
Κοστούμια:
Ελένη
Μανωλοπούλου
Μουσική:
Στάθης
Σκουρόπουλος
Φωτισμοί:
Λευτέρης
Παυλόπουλος
Μακιγιάζ:
Γιάνης Παμούκης
Συνεργάτης
στη Σκηνοθεσία:
Μανώλης
Δούνιας.
Για
τα ένθετα κινηματογραφικά, Σκηνοθεσία:
Χρήστος Δήμας
Φωτογραφία/Ειδικά
εφέ:
Άγγελος Παπαδόπουλος
Μοντάζ:
Ιωάννα
Σπηλιοπούλου
Πληροφορίες:
Θέατρο
οδού Κεφαλληνίας, Κεφαλληνίας 16, τηλ.
210.8828737
Πληροφορίες για τα μ.μ.ε.
Σάσα Παπαχριστοπούλου
Sunday, April 27, 2014
SHIRLEY VALENTINE από την Μαργαρίτα Βαρλάμου
Η
Μαργαρίτα Βαρλάμου, ανεβάζει την
Σίρλεϊ Βαλεντάϊν του Γουίλυ Ράσσελ,
σε σκηνοθεσία Θωμά Γκαγκά και μετάφραση
Παύλου Μάτεσι, στις 28 Απριλίου στο θεάτρο
Αργώ. Παραστάσεις Δευτέρα και Τρίτη,
μέχρι 13 Μαίου. Βιαστείτε!
Ν.Χ.: Τι
είναι για σένα η Σίρλεϋ Βαλεντάϊν;
Μ.Β.:
Η Σίρλευ Βάλενταιν είναι για μένα
ταυτοχρόνως πηγή χαράς και ενθουσιασμού
αλλά και άσκηση θάρρους. Είναι
η πρώτη φορά που αντιμετωπίζω έναν
μονόλογο και έχω συμπαίκτη τον εαυτό
μου. Με γοητεύει και μου προκαλεί δέος
την ίδια στιγμή.
Ν.Χ.: Αν
είναι ένας τελείως κόντρα ρόλος στην
προσωπικότητά σου, πώς τον προσέγγισες;
Μ.Β.:
Τελείως κόντρα με την προσωπικότητα
μου δεν ειναι, αναγνωρίζω κάποια κοινά
στοιχεία στους χαρακτήρες μας, την
αμεσότητα και την εκρηκτικότητα που
συχνά μας οδηγεί και τις δυο στο " τι
το'θελα και μίλησα..." Αλλά ως εκει!
Ν.Χ.: Πόση
ελευθερια είχες και πόσο οδηγημένη
ήταν η διαδικασία παραγωγής της
παράστασης και του χαρακτήρα απο το
σκηνοθέτη;
Μ.Β.:
Με τον σκηνοθέτη της Σίρλει, Θωμά Γκαγκά
, με συνδέει μακροχρόνια φιλία και έχουμε
συνεργαστεί αρκετές φορές. Ο Θωμάς δεν
αγωνιά ποτέ να φανεί περισσότερο απο
το ίδιο το έργο η από τον συγγραφέα κι
ενώ δίνει ελευθερία στους ηθοποιούς
του να προτείνουν και να δημιουργούν
με χαρά, κρατά πολύ γερά τα ηνία και
τον έλεγχο της κατάστασης. Είναι χαρά
να δουλεύεις μαζί του, αισθάνεσαι ασφαλής
και ριψοκίνδυνος μαζί.
Ν.Χ.: Ποιά
είναι η μεγαλύτερη δυσκολία στο ανέβασμα
ενός μονόλογου;
Μ.Β.:
Ο μονόλογος ειναι μια ιδιαίτερη πρόκληση
γιατί φέρνει τον ηθοποιό αντιμέτωπο με
την πληρότητα των εκφραστικών του μέσων
.....
Ν.Χ.: Ποιοί
καλλιτέχνες σε έχουν εμπνεύσει και
αποτελούν μέρος των "αποσκευών"
σου; Μέρος αυτών που κουβαλάς, που γυρνάς
σ' αυτους για έμπνευση, που υπάρχουν
χωρίς κάν να το αντιλαμβάνεσαι, ίσως,
μέσα σου;
Μ.Β.:
Γίνομαι εμμονική κατα περιόδους με
κάποιους καλλιτέχνες και τους παρακολουθώ
με μανία, παραστάσεις, ταινίες,
συνεντεύξεις, βιογραφίες κλπ. Η ηθοποιός
ομως με την οποία εχω συνεργαστεί, την
εχω παρακολουθήσει στην διαδικασία της
δημιουργίας και την φέρνω συχνά στο νου
μου ειναι η Κάτια Γέρου, όπως και το
βιβλίο της "Αλλάζοντας τους παλμούς
της καρδιάς".
Ν.Χ.: Η σχέση
σου με το κοινό;
Μ.Β.:
Θέατρο δεν υπάρχει χωρίς κοινό, αυτό
όμως δεν πρέπει να μας καθιστά εξαρτημένους
από την ανάγκη της τυφλής αποδοχής του.
Ν.Χ.: Τι
θέλεις να πάρουν οι θεατές από την
παρασταση αυτή;
Μ.Β.:
Το νόημα του έργου,κατα την άποψη μου,
ειναι οτι ο χρόνος τελικώς μπορεί να
γίνει σύμμαχος μας - ανεξαρτήτως ηλικίας
και φύλου- οταν αποφασίσουμε να
πραγματοποιήσουμε τα όνειρα και τις
επιθυμίες μας, με την προϋπόθεση να
έχουμε αποκτήσει ειλικρινή σχέση με
τον εαυτό μας.
Ν.Χ.: Σε τι
"ισορροπίες" βρίσκονται μέσα σου
το θέατρο και ο χορός;
Μ.Β.:
Απόλυτη, γιατί ο χορός και το θέατρο
ισορροπούν μέσα μου αμφοτεροβαρώς. Το
ένα με διδάσκει για το άλλο, αντλώ και
από τα δύο.
Ν.Χ.: Το πιό
δύσκολο στο θέατρο. Και επιπλέον, το
πιό δύσκολο στις σημερινές συνθήκες.
Μ.Β.:
Να εισαι καλός... Να ανταποκρίνεσαι στις
ανάγκες του κάθε ρόλου, γιατί δεν υπάρχουν
όρια. Πρέπει να εισαι σε διαρκή εγρήγορση
και να μην εφησυχαζεις. Ειναι παγίδα να
πεις: "Εδώ ειμαστε. Έφτασα." Στις
σημερινές συνθήκες εχεις επιπλέον να
παλέψεις με ότι έχει επιφέρει η οικονομική
δυσπραγία. Έχουν μειωθεί οι αμοιβές-
όπου υπάρχουν. Να σημειώσουμε δε ότι
υπάρχουν περιπτώσεις όλο και πιό συχνές,
που οι ηθοποιοί δεν παίρνουν τα
δεδουλευμένα τους απο τους παραγωγούς
και δεν μιλούν γιατί φοβούνται τον
αποκλεισμό τους απο το επάγγελμα.
Ν.Χ.: Τα
μελλοντικά σου σχέδια.
Μ.Β.: Το
καλοκαίρι θα συμμετάσχω με το ρόλο της
Λαμπιτούς στην Λυσιστράτη του Αριστοφάνη
σε σκηνοθεσία του κορυφαίου Σπύρου
Ευαγγελάτου. Χαίρομαι ιδιαιτέρως για
αυτή τη συνεργασία.
Θέατρο
Αργώ, Ελευσινίων 15, Μεταξουργείο.
Τηλ.:
210-5201684.
Monday, April 14, 2014
ΝΕΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ - Shirley Valentine
Θέατρο “Αργώ”
Ελευσινίων 15, Μεταξουργείο
τηλ. 2105201684-5
“Shirley Valentine”
του Willy Russell
Από τη Δευτέρα 28 Απριλίου μέχρι την Τρίτη 13 Μαΐου
για 6 μόνο παραστάσεις
Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 9μμ.
ΓΕΝΙΚΉ ΕΊΣΟΔΟΣ 10 ευρώ
Ο εκπληκτικός μονόλογος “Shirley Valentine” του Willy Russell, με τη Μαργαρίτα Βαρλάμου στον ομώνυμο ρόλο σε μετάφραση Παύλου Μάτεσι και σκηνοθεσία Θωμά Γκαγκά, θα παρουσιαστεί στο θέατρο“Αργώ” απότη Δευτέρα 28 Απριλίου και κάθεΔευτέρα και Τρίτη μέχρι την Τρίτη 13 Μαΐου.
Ένας ύμνος για τη γυναίκα που αφορά και τα δύο φύλα.
Αγγλία, μία συνοικία, βροχή.
Η Σίρλευ Μπράντσοου, ο σύζυγος, τα παιδιά και το ντουβάρι.
Στην κουζίνα της μέσα, αναμνήσεις, επιθυμίες, όνειρα και ξανά το ντουβάρι.
...και μετά .....η Σίρλευ Βάλενταιν, η Ελλάδα, ο ήλιος και ο βράχος.
Τα πρέπει, τα θέλω και ξανά ο βράχος.
Μια γυναίκα στην πολύχρωμη δεκαετία του '80, τότε, τώρα και πάντα.
Το μερίδιο της ζωής, έστω κι αργά, λουσμένο στο φως!
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ :
Μετάφραση: Παύλος Μάτεσις
Σκηνοθεσία: Θωμάς Γκαγκάς
Σκηνικά: Ανδρέας Πετρόπουλος
Κοστούμια: Μαλαματή Παρίση
Μουσική επιμέλεια: Αριάδνη Παπαπαναγιώτου
Βοηθός σκηνοθέτη: Στέφανος Παπατρέχας
Shirley Valentine η Μαργαρίτα Βαρλάμου
ΗΜΕΡΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ:
Δευτέρα : 28 Απριλίου, 5 Μαΐου,12 Μαΐου
Τρίτη : 29 Απριλίου, 6 Μαΐου, 13 Μαΐου
ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 75 λεπτά
Η ηθοποιός Μαργαρίτα Βαρλάμου για τη Σίρλει Βάλενταιν :
“ Το χαμένο μερίδιο της ζωής...αυτό είναι το κεντρικό θέμα στη Σίρλει Βάλενταιν του Willy Russell.
Τι
κάνεις όταν συνειδητοποιείς οτι βρίσκεσαι στη μέση ηλικία και η ζωή σου
έχει διαμορφωθεί από τις επιλογές όλων των άλλων, εκτός από τις δικές
σου;
Άραγε πως είναι να νιώθεις οτι ζείς;
Την κάθε στιγμή, να αισθάνεσαι ζωντανός;
Τα ερωτήματα αυτά αγγίζουν εντίμως την καρδιά και τη σκέψη του κάθε θεατή ξεχωριστά.
Είτε
είναι παντρεμένος είτε ανύπαντρος, είτε είναι γιός η κόρη, το έργο αυτό
γίνεται αφορμή να επανεξετάσουν την πορεία της δικής τους ζωής, των
ονείρων και των επιθυμιών τους.
Οι θεατές γίνονται ακροατές και οι συμπαίκτες σου την ίδια στιγμή.
Ο
μονόλογος απο τη φύση του είναι σημαντική πρόκληση για έναν ηθοποιό και
είναι αφορμή για να αναμετρηθεί με την πληρότητα των εκφραστικών του
μέσων.
Σ'αυτήν
τη διαδικασία ο σκηνοθέτης Θωμάς Γκαγκάς προσέθεσε έναν ακόμη βαθμό
δυσκολίας, δίνοντας ζωή σε επτά ακόμη ρόλους μέσα από την αφήγηση της
Σίρλει Βάλενταιν.
Τον ευχαριστώ για την υπέροχη εμπειρία.”
Ο σκηνοθέτης Θωμάς Γκαγκάς για τη Σίρλει Βάλενταιν :
“ Όλοι μας κάποια στιγμή έχουμε αναρωτηθεί, αν η ζωή μας είναι αυτή που ονειρευτηκαμε η' αυτή που οι καταστάσεις μας επέβαλαν .
Αν
οι επιλογές μας ήταν σωστές η αν μας οδήγησαν στην μοναξιά και στην
απομόνωση, αν και βρισκόμαστε ανάμεσα σε ανθρώπους (Ο σύζυγος,τα
παιδιά,οι φίλοι....αδιέξοδο...)
Και κάπου εκεί ανάμεσα η Shirley.
Συμβιβασμένη
και αφού εχει προδώσει αυτό που κάποτε όλοι θαύμαζαν, τον εαυτό της,
κάθεται μόνη της σε ένα σπίτι, μαγειρεύει, πίνει και μιλάει σε έναν
τοίχο...
Η
ανάγκη της για επικοινωνία την οδηγεί σε μια κωμικοτραγική εξιστόρηση
της ζωής της. Μέσα από την ιστορία της ίσως βρούμε κάτι που θα θυμίζει
τις δικές μας ιστορίες ζωής!
Το όνειρο της ένα ταξίδι!!Στο φως...ένα ταξίδι στην Ελλάδα!!!!
Γιατί η Ελλάδα ακόμα και σήμερα αποτελεί όνειρο ζωής για πολλούς!
Θα το τολμήσει;
Είχα
στα χέρια μου έκτος από το υπέροχο κείμενο του W. Russel, σε μετάφραση
του Π. Ματεσι και μια έξοχη ηθοποιό την Μαργαρίτα. Παίζοντας οχι έναν
άλλα οχτώ χαρακτήρες με ταξίδεψε σε αυτό που ονειρεύτηκα για την
Shirley μας!!!!
Ευχαριστώ την Μαλαματή, τον Αντρέα τον Στέφανο και την Αριάδνη για όλα!!!!”
Friday, April 19, 2013
ΚΟΚΚΙΝΑ ΦΑΝΑΡΙΑ
Από το έργο του Α. Γαλανού, θέατρο Κοτοπούλη-Ρεξ
Λαϊκή απογευματινή.
Η πλατεία σχεδόν γεμάτη, ο εξώστης άδειος. Έξω λιακάδα, μέσα σκοτεινιά. Επί σκηνής 14 άτομα στους ρόλους λίγο-πολύ που γνωρίσαμε από την ταινία του Β. Γεωργιάδη, της δεκαετίας του '60. Ανανεωμένο από τον Κ. Ρήγο, με έμφαση στην trash εικόνα του συγκεκριμένου κοινωνικού περίγυρου, πιστός όμως στα βασικά σημεία στα στερεότυπα που μελοδραματικά φέρνει στο προσκήνιο ο συγγραφέας του θεατρικού έργου: κορίτσια χαμένα, κορίτσια με όνειρα, κορίτσια που τα 'βγαλαν στο κλαρί, αγαθές ψυχές παρά "το βούρκο και την αμαρτία". Ιστορίες για σκληρό νεορεαλισμό, ιστορίες για μελόδραμα, ιστορίες...
Η ανανέωση του Ρήγου είναι η εξομολόγηση της αρχής, από την ολόγυμνη Έλενα Τοπαλίδου, (το ολόγυμνη δεν είναι είδηση, το να βρεθεί περφόρμερ ντυμένος σε έργο του Κ. Ρήγου είναι είδηση), που πολεμάει το στερεότυπο τύπου "Αστερισμός της Παρθένου", με το ψυχολογικό προφίλ της κακοποιημένης και θύματος αιμομιξίας κοπέλας που εύκολα καταλήγει πόρνη και πρεζόνι, ταλανιζόμενη από ενοχές, χαμηλή αυτοεκτίμηση και αυτοκαταστραφικότητα. Δεν είναι πάντα έτσι τα πράγματα, αλλά δεν είναι καθόλου κακή σύνδεση μεταξύ ψυχολογικού προφίλ και επαγγέλματος. Τουναντίον...
Επίσης, καθώς εξελίσσεται το έργο, ο σκηνοθέτης ώρες-ώρες παίρνει θέση ότι πρόκειται για ένα πολύ σκληρό επάγγελμα, αλλά επάγγελμα, και δεν χρειάζονται πολλές-πολλές ηθικολογίες. Δεν το λέει με πανό και με δηλώσεις, προκύπτει από την εξέλιξη του έργου και τα λόγια των "κοριτσιών". Τέλος, η κόκα που εισπνέει η νεαρή ιερόδουλη (...) και πρακτικές ανησυχίες σχετικά με το επάγγελμα κλείνουν τον κύκλο των ανανεωτικών παρεμβάσεων.
Η γραφικότητα -αλλά και πραγματικότητα- του ξεκατινιάσματος και της χυδαιολογίας παραμένει, με την προσθήκη και μιας τραβεστί, όπως και η "αθωότητα" και τα "όνειρα" των κοριτσιών της μαντάμ Παρή.
Το έργο ακροβατεί ανάμεσα στο μέϊνστρημ μελόδραμα με μπόλικα στερεότυπα και την αγριότητα της πραγματικότητας, ιδίως της σημερινής. Η αλήθεια είναι, ότι αν γινόταν ακόμη πιο ρεαλιστικό, με τη φόρα που είχε ο σκηνοθέτης, θα κατέληγε πορνό, οπότε το κείμενο του Γαλανού, έστω και δείχνοντας τα χρονάκια του, λειτούργησε ευεργετικά ως αντίβαρο -και ο Κ. Ρήγος το σεβάστηκε και το ανάδειξε θα λέγαμε. Η σκηνή της "Μυρσίνης" με τη μαντάμ του σπιτιού είναι η καλύτερη του έργου, ενώ συνολικά το καστ είναι εξαιρετικό, κι αν στιγμές-στιγμές δεν ακολουθούσε την ερμηνευτική μανιέρα της ταινίας μπορεί και να ήταν ακόμη καλύτερο, ή μήπως ακριβώς αυτό το κρυφοκοίταγμα στο παρελθόν μας άρεσε;
Καλύτεροι του καστ: Μαρία Κίτσου, Ευγενία Δημητροπούλου, Νίκος Ψαράς, Κωνσταντίνα Μιχαήλ, Έλενα Τοπαλίδου, Παναγιώτης Μπουγιούρης, Ελένη Κοκκίδου (καλύτερη στο πιο δραματικό δεύτερο μέρος).
-Να το δω κουμπάρε;
-Είπαμε, ναι!
Λαϊκή απογευματινή.
Η πλατεία σχεδόν γεμάτη, ο εξώστης άδειος. Έξω λιακάδα, μέσα σκοτεινιά. Επί σκηνής 14 άτομα στους ρόλους λίγο-πολύ που γνωρίσαμε από την ταινία του Β. Γεωργιάδη, της δεκαετίας του '60. Ανανεωμένο από τον Κ. Ρήγο, με έμφαση στην trash εικόνα του συγκεκριμένου κοινωνικού περίγυρου, πιστός όμως στα βασικά σημεία στα στερεότυπα που μελοδραματικά φέρνει στο προσκήνιο ο συγγραφέας του θεατρικού έργου: κορίτσια χαμένα, κορίτσια με όνειρα, κορίτσια που τα 'βγαλαν στο κλαρί, αγαθές ψυχές παρά "το βούρκο και την αμαρτία". Ιστορίες για σκληρό νεορεαλισμό, ιστορίες για μελόδραμα, ιστορίες...
Η ανανέωση του Ρήγου είναι η εξομολόγηση της αρχής, από την ολόγυμνη Έλενα Τοπαλίδου, (το ολόγυμνη δεν είναι είδηση, το να βρεθεί περφόρμερ ντυμένος σε έργο του Κ. Ρήγου είναι είδηση), που πολεμάει το στερεότυπο τύπου "Αστερισμός της Παρθένου", με το ψυχολογικό προφίλ της κακοποιημένης και θύματος αιμομιξίας κοπέλας που εύκολα καταλήγει πόρνη και πρεζόνι, ταλανιζόμενη από ενοχές, χαμηλή αυτοεκτίμηση και αυτοκαταστραφικότητα. Δεν είναι πάντα έτσι τα πράγματα, αλλά δεν είναι καθόλου κακή σύνδεση μεταξύ ψυχολογικού προφίλ και επαγγέλματος. Τουναντίον...
Επίσης, καθώς εξελίσσεται το έργο, ο σκηνοθέτης ώρες-ώρες παίρνει θέση ότι πρόκειται για ένα πολύ σκληρό επάγγελμα, αλλά επάγγελμα, και δεν χρειάζονται πολλές-πολλές ηθικολογίες. Δεν το λέει με πανό και με δηλώσεις, προκύπτει από την εξέλιξη του έργου και τα λόγια των "κοριτσιών". Τέλος, η κόκα που εισπνέει η νεαρή ιερόδουλη (...) και πρακτικές ανησυχίες σχετικά με το επάγγελμα κλείνουν τον κύκλο των ανανεωτικών παρεμβάσεων.
Η γραφικότητα -αλλά και πραγματικότητα- του ξεκατινιάσματος και της χυδαιολογίας παραμένει, με την προσθήκη και μιας τραβεστί, όπως και η "αθωότητα" και τα "όνειρα" των κοριτσιών της μαντάμ Παρή.
Το έργο ακροβατεί ανάμεσα στο μέϊνστρημ μελόδραμα με μπόλικα στερεότυπα και την αγριότητα της πραγματικότητας, ιδίως της σημερινής. Η αλήθεια είναι, ότι αν γινόταν ακόμη πιο ρεαλιστικό, με τη φόρα που είχε ο σκηνοθέτης, θα κατέληγε πορνό, οπότε το κείμενο του Γαλανού, έστω και δείχνοντας τα χρονάκια του, λειτούργησε ευεργετικά ως αντίβαρο -και ο Κ. Ρήγος το σεβάστηκε και το ανάδειξε θα λέγαμε. Η σκηνή της "Μυρσίνης" με τη μαντάμ του σπιτιού είναι η καλύτερη του έργου, ενώ συνολικά το καστ είναι εξαιρετικό, κι αν στιγμές-στιγμές δεν ακολουθούσε την ερμηνευτική μανιέρα της ταινίας μπορεί και να ήταν ακόμη καλύτερο, ή μήπως ακριβώς αυτό το κρυφοκοίταγμα στο παρελθόν μας άρεσε;
Καλύτεροι του καστ: Μαρία Κίτσου, Ευγενία Δημητροπούλου, Νίκος Ψαράς, Κωνσταντίνα Μιχαήλ, Έλενα Τοπαλίδου, Παναγιώτης Μπουγιούρης, Ελένη Κοκκίδου (καλύτερη στο πιο δραματικό δεύτερο μέρος).
-Να το δω κουμπάρε;
-Είπαμε, ναι!
Sunday, March 17, 2013
Friday, December 7, 2012
The Polish Dance Platform
Do I like dance platforms? Not particularl. Do I believe they are effective in promoting exchange or they do good to business? Not really until recently. Platforms were invisible, though present, for years. It was a meat market for art showcases. However now with finæcial crisis haunting the scene, platforms are becoming tomorrow's alternative path to know each other. With cash shortage, it is more of a new informality created, in order to conquer stages too high up until yesterday. I'm afraid though hat it may end up in sub-cultures sharing the margons of metropolitan art.
Having sais that, I should bring into the picture the reason for these thoughts, being non other than the well organized dance platform in Poznan, in Poland.
Being infatuated as the polite compatriots of Nijinsky with Sr—avinsky's Rite of spring, the platform could not but present two spectacles, already during the first two days of the event, on the sunject. Sacrifice and the alleged denial of the designer of the historic Ballets Russes performance, namely Nikolai Roerich, of the version adopted by scandal seeking Diaghilev, Teatr Dada von Bzdulow, presented its "cover" of the work.
In the pswudo-medieval premises of the huge castle built by emperor William II, known as CK Zamek, the two hour hommage to lost possibilities of proto-chaotic beauty and self-denial would have been more interesting had the casting not mixed real dance with the -understandable- desire to dance. Meaning that next time performers should absolutely be of the same calibre. Best moment of the collage, the voices of the women aiming at deciphering Stravinsky's "primordial cry" in composing his modern pagan masterpiece. How much I agreed with Blavasky's mambo jumbo? Not at all, but the demythologization ofthe "Rite" was another myth and if it's convincingly narrated, then there is no problem whatsoever.
Janusz Orlik at the Stary Browar space took the original score and kept to iits rhythm iñ a trio for male dancers in grey folded leotards in a way that they became shorts, leavi.ng the upper torso naked. Sttavinsky, despite the brave efforts and good moments, took the best of them and was the protagonist. I guess needs a bit more experience and then come back to the re-staged, mythic ritial which still haunts audiences of today's more disillusioned world, fulfilling its retrospectivist, escapist vision.
Friday, November 23, 2012
LUTZ FOERSTER Interview
Ο Lutz Foerster χορευτής του Wuppertal TanzTheater και δάσκαλος στο FolkwangSchule, δεν ξεχνιέται εύκολα. Ιστορική έχει μείνει η ερμηνεία του στο «1980» της Pina Bausch, του τραγουδιού της B. Holliday “Someday will come along..”.
Ξεκινώντας αργά χορό και έχοντας σπουδάσει Ιστορία, Ρωσικά και
Γαλλικά, συνειδητοποίησε στα 21 του ότι ήθελε να χορέψει και τίποτε άλλο. Έτσι
πήγε στο Essen όπου έμεινε 4 χρόνια, σπουδάζοντας στο Folkwang Hochschule στο Essen, με
τους Hans Züllig και Jean Cébron. Εκεί τον ανακάλυψε η Pina Bausch οπότε και ξεκίνησε να χορεύει
μαζί της, το 1975. Μια υποτροφία τον έφερε στη Jose Limon Company, όπου αργότερα κλήθηκε να
δουλέψει ως βοηθός καλλιτεχνικός διευθυντής. Έχει συνεργαστεί και με τους Susanne Linke, Reinhild Hoffmann, Meredith Monk, Anna Sokolow, Robert Wilson.
Eρ.: Κατ’ αρχάς,θα ήθελα να σας
ρωτήσω πως είναι να βρίσκεται κανείς στο περιβάλλον ενός σχολείου όπως το FolkwangSchule,τόπο τόσο στενά συνδεδεμένο με
την αλλαγή του χορού στην Ευρώπη;Υπάρχουν καινούργια στοιχεία;
L.F.: Νομίζω ότι το πιο σημαντικό μ’ αυτό σχολείο
είναι ότι στα 70 χρόνια λειτουργίας του κράτησε το ίδιο πνεύμα. Έχει να κάνει
κατά κύριο λόγο με τον τρόπο αντιμετώπισης της διδασκαλίας του χορού, που
θεωρούμε πραγματικά ότι ξεπηδάει απ’ το σώμα ως συστατικού του ανθρώπινου όντος
και όχι ως όργανο. Όλα εκεί έχουν σχέση με τον ανθρωπισμό.
Ερ.: Αναφερθήκατε στην «κίνηση που ξεπηδάει απ’ το
ανθρώπινο σώμα». Πόσο σχετίζεται με τη «φυσική κίνηση» και το ιδεολογικό
παρελθόν του σύγχρονου χορού στη Γερμανία;
L.F.: Ναι, έχει σχέση με τον τρόπο εξέλιξής του. Ο Laban, όταν έκανε την ανάλυση της κίνησης, αρχικά δεν το είχε σκεφτεί ως
θεωρητικό μοντέλο, αλλά ξεκίνησε παρατηρώντας την. Πώς κινούνται οι άνθρωποι,
ποιες είναι οι αρχές της κίνησής τους. Κατόπιν προσπάθησε να το
συστηματοποιήσει. Έτσι ανέπτυξε την μέθοδό του ανάλυσης που αποτελείται βασικά
από δύο μέρη: τα eukinetics, που μελετούν τη δυναμική της κίνησης, και τα choreutics, που αφορούν το χώρο του σώματος και το ίδιο στο
χώρο. Αυτό που πιστεύω εγώ ότι είναι καλό σ’ αυτό τον τρόπο σκέψης, όταν
προσπαθείς να διδάξεις λαμβάνοντάς τον υπ’ όψιν, είναι ότι ανοίγει πολλές
διαφορετικές πιθανότητες στους σπουδαστές, χωρίς να τους καθηλώνει σε κάποιο
συγκεκριμένο στυλ. Γιατί, πρώτα απ’ όλα, νομίζω ότι πρέπει να αποκτήσουμε
μεγαλύτερη συνείδηση της κίνησης και ότι, όταν καταλάβουν, μπορούν πια να
λειτουργήσουν μέσα σε οποιοδήποτε είδος κίνησης και τεχνικής, χορογραφίας ή
διδασκαλίας. Κι αυτό είναι κάτι που γίνεται όλο και πιο σπάνιο στις μέρες μας,
γιατί η βασική έγνοια όλων είναι να προετοιμάσουν σώματα που τα βλέπουν ως μυς
και μόνο και ξεχνάμε ότι η ψυχή και το μυαλό παίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο με
το σώμα.
Ερ.: Εσείς
πιστεύετε σε ένα ιδεώδες χορευτικό σώμα;
L.F.: Εγώ πιστεύω ότι μπορεί κανείς να χορέψει με
οποιοδήποτε σώμα. Προσωπικά μου αρέσει η πολυμορφία στη σκηνή: να βλέπω
ανθρώπους λεπτούς, όχι τόσο λεπτούς, κοντούς, ψηλούς…Φυσικά ο χορός είναι ένα επίπονο επάγγελμα και πριν απ’ όλα
πρέπει κανείς να έχει ένα σώμα που να μπορεί να αντέξει όλα αυτά, αυτό είναι αλήθεια,
όμως δεν νομίζω ότι για να γίνει αυτό το σχήμα είναι κάτι σημαντικό.
Ερ.: Ας έρθουμε στην πολύχρονη χορευτική σας
καριέρα: ποιος είναι ο πιο αγαπημένος σας ρόλος;
L.F.: Δεν νομίζω ότι έχω έναν αγαπημένο ρόλο. Έχω
πολλούς ρόλους που αγαπώ. Νομίζω ότι ήμουν πολύ τυχερός στην καριέρα μου, να
χορέψε μόνο έργα που μου άρεσαν…εκτός από μια φορά. Τόσο με την Πίνα όσο και
στη Νέα Υόρκη, όπου χόρευα το ρεπερτόριο Limon. Και βέβαια το να δουλεύεις με την Bausch σημαίνει ότι επενδύεις τόσο πολύ απ΄ τον εαυτό σου… Φυσικά όλοι είμαστε
αρκετά ματαιόδοξοι ώστε να μας αρέσει να χορεύουμε μεγάλους ρόλους και σε
διάρκεια.
Ερ.: Πείτε μου για τις επιρροές που έχετε δεχτεί.
.
L.F.: Δεν είχα ποτέ χορευτή – πρότυπο όπως πολλοί.
Υπάρχει όμως μια καλλιτέχνις που με επηρέασε και με ενέπνευσε όσο κανείς άλλος,
και ήταν Ελληνίδα: η Μαρία Κάλλας.
Ερ.: Πώς ήταν η εμπειρία της δουλειάς με το
κινητικό – τεχνικό χορογραφικό στυλ του Limon και πώς με της Bausch;
L.F.: Ποτέ δεν μου φάνηκαν τόσο πολύ διαφορετικά.
Στην κίνηση υπάρχουν πολλές ομοιότητες. Και επίσης νομίζω ότι η πηγή των έργων
είναι ίδια: ο άνθρωπος. Δεν θα μπορούσα ποτέ να είμαι χορευτής σε αφηρημένα
έργα. Δεν μ’ ενδιαφέρει. Μερικές φορές το βρίσκω γοητευτικό να το παρακολουθώ,
αλλά να το κάνω όχι.
Ερ.: Μια και φτάσαμε ως εδώ, τι θα λέγατε ότι
είναι το χοροθέατρο;
L.F.: Λέω πάντα ότι δεν ξέρω. Ποτέ δεν έκανα ό,τι
έκανα επειδή ανήκε σε μια συγκεκριμένη κατηγορία. Είναι κάτι που προέκυψε. Η Pina, όταν ξεκίνησε, ήταν μια κανονική χορογράφος μοντέρνου χορού.
Χρησιμοποιούσε κίνηση από την παράδοσή της, μ’ έναν προσωπικό τρόπο ίσως, αλλά
ήταν χορός. Ποτέ δεν κάθισε κάτω να πει: «Τώρα θ’ αλλάξω την ιστορία του χορού
κάνοντας κάτι περίεργο». Πάντε έψαχνε για κάτι και μια μέρα εκείνη ή εμείς
σκεφτήκαμε ότι η κίνηση από μόνη της δεν ήταν αρκετή. Έτσι αρχίσαμε να
χρησιμοποιούμε φωνή. Η σκηνή άλλαξε επίσης, αλλά δεν ήταν ποτέ προσχεδιασμένο.
Προέκυψε μέσα από τις προσπάθειες και τους πειραματισμούς μας. ο όρος
«χοροθέατρο» είναι πολύ παλιότερος. Ήδη ο Kurt Jooss τον είχε χρησιμοποιήσει σε μια πολύ παλιά ομιλία
τους για το «Χοροθέατρο και τον Θεατρικό χορό». Αυτά πάντως που βλέπει κανείς
σήμερα κάτω από το όνομα χοροθέατρο είναι τόσο διαφορετικά. Συχνά είναι και
απαίσια! Υπάρχει μια μεγάλη παρανόηση. Ο κόσμος νόμισε ότι το μόνο που χρειάζεται
είναι να μιλάνε λίγο, να πέφτουν κάτω, να έχουν και λίγα περίεργα αντικείμενα
στη σκηνή και να’ το το χοροθέατρο! Για μένα το σημαντικό είναι όχι τόσο τι
κάνεις, αλλά πως και γιατί το κάνεις. Αυτό βρίσκω ενδιαφέρον. Απλώς νομίζω ότι
είναι χορός ιδωμένος με θεατρικό τρόπο…
Ερ.: Το χοροθέατρο είναι και πολιτικό;
L.F.: Όλες οι μορφές τέχνης που τους αξίζει ο
χαρακτηρισμός είναι και πολιτικές. Απλώς οι πιο πολλοί καταλαβαίνουν το
«πολιτικό» με διαφορετικό τρόπο. Το μπερδεύουν με την πολιτική. Πιστεύω ότι από
τη στιγμή που ασχολείσαι με τον άνθρωπο είσαι ήδη πολιτικός. Δεν γίνεται
αλλιώς.
Ερ.: Πόσο επηρέασε την καλλιτεχνική σκηνή στη
Γερμανία;
L.F.: Πάρα πολύ. Ίσως τώρα είναι λιγότερη η επιρροή
γιατί έχουν περάσει 25 χρόνια. Ο χορός πάντως άλλαξε τελείως απ’ αυτή την
ομάδα. Ήρθαν τα πάνω κάτω. Όταν άρχισα να σπουδάζω στην Έσση, εκτός από το
Βούπερταλ, την Κολωνία και τη Βρέμη (όπου ήταν ο Κρέσνικ) και δούλευαν έτσι,
δεν υπήρχε άλλη ομάδα μοντέρνου χορού στη Γερμανία. Ούτε στα θέατρα, ούτε έξω
ανεξάρτητα. Τώρα υπάρχουν 200 ομάδες, ίσως πιο πολλές. Ήταν μια μικρή
επανάσταση που συνέβη στο χορό.
Ερ.: Δεν απειλείται ο χορός από τη συμβίωση με το
θέατρο;
L.F.: Όχι, καθόλου. Μάλλον το αντίθετο. Πολλοί
σκηνοθέτες κατέληξαν να δουλεύουν πιο «σωματικά». Το χοροθέατρο πάλεψε πολύ να
γίνει αποδεκτό. Το θέμα είναι που πάει κανείς από’ δω και πέρα.
Ερ.: Η καινούργια γενιά χορογράφων προς ποια
κατεύθυνση στρέφεται;
L.F.: Νομίζω πως υπάρχει μια μικρή τάση προς την
κίνηση, ακόμη και για την ίδια την Pina. Είναι φυσιολογικό, τα
πράγματα αλλάζουν. Πολλοί, όταν πρωτοείδαν χοροθέατρο στο Wuppertal, εντυπωσιάστηκαν και ακόμη σοκαρίστηκαν. Δεν
μπορείς όμως να σοκάρεις συνέχεια τον κόσμο. Ακόμη και για τους ίδιους τους
χορευτές στην ομάδα, στην αρχή ήταν μια μεγάλη περιπέτεια.
Ερ.: Πως αισθάνεστε το επάγγελμά σας, το οποίο
απαιτεί να επαναλαμβάνει κανείς το ρόλο του κάθε βράδυ;
L.F.: Αν ο ρόλος έχει να κάνει με την αληθινή ζωή,
δεν μπορεί να είναι βαρετός. Πάντως, δεν ήταν ποτέ το ίδιο πράγμα, πάντα ήταν
διαφορετικά. Πρέπει να επιτρέπει κανείς στον εαυτό του να είναι διαφορετικός.
Έπειτα, έρχεσαι πιο κοντά στην πιθανότητα της τελειότητας.
Ερ.: Ποια είναι κατά τη γνώμη σας η διαφορά
ανάμεσα στον ευρωπαϊκό και τον αμερικανικό χορό;
L.F.: Νομίζω ότι η Ευρώπη είναι πιο κοντά στον
άνθρωπο. Υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι του αμερικανικού χορού που βασίζεται στην
αντοχή και τις ικανότητες του σώματος και είναι πολλές φορές γοητευτικό…Αυτό
που θέλω όμως συχνά να πω είναι «γιατί»;
Ερ.: Κίνηση και συγκίνηση.
L.F.: Είναι ένα ζευγάρι τη μόδας! Δεν ξέρω στα
σίγουρα τι είναι η κίνηση, ξέρω όμως τι είναι η συγκίνηση. Για μένα είναι πάντα
σωματική. Δεν γίνεται αντιληπτό σήμερα αυτό. Πολλοί μιλάνε για συγκίνηση και
εννοούν την πρόκλησή της. Η μεγάλη στιγμή της συγκίνησης ήταν η εποχή του
εξπρεσιονισμού. Όπως όταν βλέπεις το «Πράσινο Τραπέζι» του Jooss. Αν γίνει σωστά, η συγκίνηση προκύπτει από την αφαίρεση. Το να αφαιρείς
απ’ ό,τι κάνεις ως τα απολύτως απαραίτητα και ν’ αφήνεις έξω όλα τα περιττά.
Μου αρέσει αυτός ο ελεγχόμενος τρόπος της συγκίνησης. Αν συμπυκνώσεις κάτι,
τότε το λίγο που αφήνεις προς τα έξω γίνεται ορατό και αισθητό. Πάντα
χρειάζεται να κρατάει κάποιος την ανθρώπινη υπόσταση, να μη φτάνει σε
υπεραπλουστευτικές ακρότητες. Ακόμη και για τον Ιάγο, τον αγαπημένο μου ρόλο,
πρέπει να δημιουργήσεις συμπάθεια.
Ερ.: Τελειώνοντας θα ήθελα να ξαναγυρίσουμε στη
διδασκαλία. Θα ήθελα να μου πείτε τι θέλετε να καταλάβουν οι μαθητές σας εκτός
από την τεχνική και τι τους διδάσκετε.
L.F.: Στο πρώτα θα σας απαντήσω: Κίνητρα, Καθαρότητα,
Εντιμότητα. Όσο για το δεύτερο, διδάσκω αυτά που έμαθα από τους δασκάλους μου,
απ’ τη γραμμή Jooss, ο οποίος, όπως και ο Limon, δεν κωδικοποίησε μια τεχνική. Ο Limon είπε κάποτε: «Όποιος
θέλει να διδάξει την τεχνική μου πρέπει να χορέψει τα έργα μου». Υπάρχουν
πολλοί που λένε ότι διδάσκουν Limon. Μπορεί να διδάσκουν
κάποιες αρχές ή κάποια κινησιολογικά μοτίβα, αλλά αυτό δεν είναι τίποτε αν δεν
διδάξεις το πνεύμα, γιατί ποτέ δεν έγινε όλο αυτό για χάρη της κίνησης και
μόνο. Βγήκε από μια φιλοσοφία και του Jooss και του Limon κι αν δεν τη δίνεις μαζί με την κίνηση, είναι όλα άχρηστα. Πιστεύω ότι δεν
θα’ πρεπε κανείς να χάνει τον καιρό του κινούμενος απλώς. Και τελικά, αν όλα
αυτά γίνουν, μπορεί οι άνθρωποι που σε βλέπουν να αισθανθούν κάτι. Κι αυτό
είναι ο χορός. Δεν πηγαίνει στο κεφάλι, αλλά κατευθείαν στο στομάχι. Μετά ίσως
πάει στο κεφάλι και μπορέσεις να σκεφθείς. Είναι κάτι που προσπαθώ να καταφέρω.
Είναι δύσκολο να φτάσεις στο κοινό ή τους μαθητές μερικές φορές. Μπορεί να μην
τους αφήνεις να έρθουν προς εσένα. Υπάρχουν τόσα εμπόδια.. Το σημαντικό είναι
να έρθουν σε σένα.
Αυγή, 1996
Subscribe to:
Posts (Atom)





